19.2.13

κι όμως, πετάει...



- Μα, αφού σου λέω ότι είμαι μικρή, τοσοδούλα, δεν μπορώ να πετάξω....
- Και τα φτερά τι τά 'χεις, αν όχι για να πετάς; δες εμάς, τα μερμήγκια, που όλο το χρόνο περπατάμε πάνω στη γη, και μόλις βγάλουμε φτερά, για λίγες μέρες, δε σταματάμε να πετάμε... και συ, που είσαι από τη φύση σου να πετάς, λες δε μπορείς;
- Μα....
- Τι θα πει μα;
- ... αφού σου είπα, είμαι μικρή, τα φτερά μου είναι αδύναμα...
- Αηδίες! άμα δε δοκιμάσεις, δε μπορείς να πεις δεν μπορώ!
- (σιωπή)
- Και στο κάτω - κάτω της γραφής, άμα δεν είσαι σίγουρη μικρή μου Φεγγαρένια, μπορώ να σε βοηθήσω.
- Εσύ; μα πώς; είσαι τόσο μικρός...
- Χαχαχαχα! Δε θα σε σηκώσω, βρε κουτό... ασφαλώς για κάτι τέτοιο είμαι πολύ μικρός. Πες μου, δέχεσαι;
- Φοβάμαι....
- Το ξέρω, καλή μου, και σε αυτό θέλω να σε βοηθήσω.
- Κι αν αποτύχεις, εεε, αν αποτύχω θέλω να πω, θα με δουν οι φίλες μου και θα με κοροϊδεύουνε...
- Ωραία, λοιπόν. Τότε έλα εδώ το βράδι, που όλοι θα κοιμούνται, να σου δείξω να πετάς.

Έτσι κι έγινε. Σαν νύχτωσε, η μικρή νεράιδα τράβηξε -περπατώντας- για το σημείο της συνάντησης. Το φεγγάρι, ολόγιομο, φώτιζε το δρόμο της και ομόρφαινε τη νυχτιά. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί άμα δεν είχε φεγγάρι, ποιός ξέρει σε πόσες πέτρες και αγκάθια θα σκόνταφτε και θα πλήγωνε τα λεπτά ποδαράκια της.
- Καλώς την! είσαι έτοιμη;
- Έτοιμη για τι;
- Μα, για να πετάξεις, φυσικά...
- Εεεεε....
- Καλά, καλά. Λοιπόν, άκου τι θα κάνεις. Το βλέπεις το κλαδάκι με τους σπόρους του αγριοραδικιού;
- Ποιό; τον «κλέφτη»;
- Ακριβώς!
- Αχ, πολύ μου αρέσει, που τον σηκώνει ο άνεμος και τον ταξιδεύει μακριά, μακρια, μα...
- μακριά, τό 'παμε. Λοιπόν, θα κόψω το κλαδί και σύ θα το κρατήσεις. Να, ανέβα σε τούτη την πέτρα και κράτα το ψηλά.
- Και τώρα;
- Τώρα θα περιμένουμε το αεράκι. Μόλις φυσήξει, θα σε σηκώσει, μη φοβάσαι, με το βάρος σου δε μπορεί να σε ανεβάσει ψηλά, απλά δεν θα πατάς στο έδαφος. Ε, και μόλις ανέβεις λίγο, δοκίμασε να κουνήσεις τα φτερά σου.
- Κι άμα δεν τα καταφέρω;
- Αν δεν τα καταφέρεις, το πολύ - πολύ να πέσεις και να κάνεις καμιά γρατζουνιά. Μη σκιάζεσαι.
- Καλά.
- Έτσι μπράβο.
- Αν όμως με σηκώσει πολύ ψηλά και, ξέρεις,... θα σακατευτώ...
- Ααααα!..., αφού σου είπα, είναι αδύνατο να σε πάει ψηλά.

Πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια του, ένα απαλό αεράκι πήρε τον «κλέφτη» και την Φεγγαρένια μαζί, και τους σήκωσε απαλά. Στην αρχή η μικρή νεράιδα ένιωσε τη χαρά να σκιρτά μέσα της. Σύντομα όμως μια δεύτερη ριπή ανέμου την σήκωσε τόσο ψηλά, που μόλις και μετά βίας μπορούσε να διακρίνει τον λιλιπούτειο φίλο της.
- Πέτααα, πέτααα, κούνααα τα φτεράαα σου!
- Φοβάααμαι...
- Κούνααα τααα, μηη φοβάαασαι!

Έδωσε μία, μια δεύτερη, και στην τρίτη προσπάθεια, φρρρούτ, άρχισε να νιώθει τα φτεράκια της να χαστουκίζουν τον αέρα. Μετά από μερικούς αδέξιους στροβιλισμούς, κατάφερε να ισορρροπήσει και να βρει τον ρυθμό που θα την κρατούσε μετέωρη, ανάμεσα στο φεγγαρόφωτο και τον μικρό της φίλο.
- Ωωωωωω! πετάωωωωω! πετάωωωωω! κοίταα!
- Άφησε τώρα το κλαδίιιι!
- Όχι, φοβάμαι σου λέωωωω...
- Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!
- Γιατί γελάς;
- Γιατί, καλή μου, μόνο το κοτσάνι έμεινε... το έχει μαδήσει ο αέρας εδώ και ώρα!
 - Τίιιιιι;;;;
- Χαχαχαχχαχχαχαχαα!!!! σημασία έχει πως έμαθες να πετάς!

Εκείνο το βράδι η Φεγγαρένια δεν κοιμήθηκε. Όχι επειδή άργησε να γυρίσει στο σπιτάκι της, ίσα- ίσα, γύρισε πριν να περάσει ώρα από την στιγμή που βγήκε έξω. Δεν κοιμήθηκε από τη χαρά, που το όνειρό της έγινε πραγματικότητα... ε, και από το φεγγαρόφωτο, που ειδικά εκείνη τη νύχτα βάλθηκε ν` αστραποβολά σαν ήλιος. 


----------------------------------------
(Καιρός να θυμηθούμε τα παλιά... δίνω τη σκυτάλη στους Cinestef, Λίζα, Χριστίνα, και σε όποιον άλλο/η το επιθυμεί: αναρτήστε την φωτογραφία και συνοδέψτε τη με ένα κείμενο δικής σας έμπνευσης που να σχετίζεται με αυτή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: