18.2.13

Φώτης, όνομα και πράγμα!

Δε συνηθίζω να αναδημοσιεύω κείμενα. Σπάνια το κάνω. Μια από αυτές τις εξαιρέσεις είναι και η σημερινή, αναφορά στον Φώτη, για τον οποίο αν είσαστε από το Βόλο δεν χρειάζονται συστάσεις. 

φωτογραφία από  e-volos.gr

Επειδή τυχαίνει να τον γνωρίζω από τότε που ήμουνα παιδί, σας διαβεβαιώ πως ότι θα διαβάσετε στη συνέχεια, είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Αναδημοσιεύω λοιπόν μερικά αποσπάσματα από το μπλογκ ΟΠΟΥ ΓΗΣ (κλικ άμα θέλετε να διαβάσετε το πλήρες κείμενο).



Φώτης: ερημίτης σε αστικό τοπίο, που προσφέρει λουλούδια και δε φοβάται την κρίση!...

Ξεφύτρωσε στους δρόμους της πόλης μας, Βόλου, ξαφνικά και σχεδόν από το πουθενά, στην δεκαετία του'80. Ένας λεπτός, ψηλός άντρας απροσδιορίστου ηλικίας, (πριν λίγο καιρό έμαθα ότι είναι στα 82 του πλέον αλλά καθόλου δεν του φαίνεται) που φορούσε, χειμώνα - καλοκαίρι, το ίδιο χακί μπουφάν, έμοιαζε βρώμικος και είχε μακριά μαλλιά. Κυκλοφορούσε στο κέντρο της πόλης, μοίραζε λουλούδια στις γυναίκες (και μοιράζει ακόμη), έλεγε διάφορα ακατανόητα και κάποιες φορές μιλούσε για αγάπη και για Θεό.


[...]
Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο ο Φώτης γινόταν κάτι σαν εκ των ων ουκ άνευ της πόλης.
Τον γνώριζαν όλοι πια, έμπαινε στα καταστήματα, έλεγε "καλημέρα" και ευχές, άφηνε ένα κέρμα για το καλό και φεύγοντας έλεγε "Να αγαπάτε. Ακούτε; Μόνο αγάπη."
Οι άνθρωποι άρχισαν ολοένα και λιγότερο να τον θεωρούν μουρλό.
Μετά σταμάτησαν να τον λένε και παράξενο.
Ήταν και είναι απλά ο Φώτης, κάτι σαν ξωτικό, σαν δια κάτι σαλός (μερικοί λένε πως δια τον έρωτα γυναικός παρεφρόνησε αλλά εμένα μου μοιάζει σαν πολύ στα καλά του).

Μια εποχή τον βρήκα να μένει κάτω από το σκέπαστρο ενός ξωκκλησιού στην Πορταριά. Μου είπαν πως τούτο το ενδιαίτημα τον φιλοξένησε για καναδυό χρόνια. Ο ναίσκος είναι των Ταξιαρχών -δεν ορκίζομαι ότι είχε παρτίδες με τους Αρχαγγέλους-. Όμως το ξανασκέφτηκα όταν τον συνάντησα -ανήμερα της γιορτής των Αγγέλων- και μου είπε πως στους δρόμους της πατρίδας μας κυκλοφορούν εκατομμύρια άγγελοι.

Ο τωρινός τόπος διαμονής του είναι έξω από την πόλη, σε ένα παράπηγμα μέσα στο κτήμα κάποιου, στην περιοχή Κογιάτικα (μετά τον οικισμό Φυτόκο).
Με τον καιρό, το μόνο που άλλαξε είναι ότι δεν φορά πια εκείνο το χακί μπουφάν, "πλούτισε" και ό,τι του δίνουν το δίνει ελεημοσύνη, μιλάει περισσότερο -λέγοντας πάντα όμως ό,τι γουστάρει και μόνον, το ύφος του προσδιορίζεται πλέον ως ενός αγαπημένου ανθρώπου και αυτές τις μέρες ρυθμίζει την κυκλοφορία, σε μια διασταύρωση πίσω από τον μητροπολιτικό ναό.
Είναι δίπλα το γραφείο μου και τον άκουσα ένα μεσημέρι να φωνάζει: "Μπορείς, μπορείς, πάτα γκάζι, φύγε. Ευχαριστώ. Καλά Χριστούγεννα. Ευλόγησον. Ευλόγησον."

Βγήκα στο μπαλκόνι και τον είδα να σταματά αυτοκίνητα για να περάσουν άλλα και είδα τους οδηγούς όλους χαμογελαστούς (πρώτη φορά είδα τόσους ανθρώπους μαζεμένους, να χαμογελούν αλλά και να υπακούν σε παραγγέλματα).
Ανάμεσα στις κουβέντες που έχουμε ακούσει απ' αυτόν είναι πως δεν του λείπει τίποτε, πως ο άνθρωπος αν αγαπά είναι πλήρης, πως για να ζήσουμε, θέλουμε μόνο τον Θεό. Δεν κάνει διδασκαλία. Περπατάει στους δρόμους και μονολογεί, σαν να είναι μόνο αυτός και ο εαυτός του. Ξέρει ότι τον ακούμε και μεις αλλά δεν δείχνει να τον ενδιαφέρει. Μοιάζει σαν να εκτελεί κάποιο καθήκον...Κήρυκος ίσως, σε μια πόλη ανθρώπων με κουρασμένες ακοές που μόνο το αλλόκοτο και μη συμβατικό, μπορεί να κάνει το ους τους ευήκοον....
Καμιά φορά λέει "γεια σου ομορφούλα, να χαίρεσαι την ομορφιά σου" και ξαναθυμόμαστε τα αγόρια που σφύριζαν κάτω από αρχαία παράθυρα, άλλοτε πάλι το ακούμε σαν "Χαίρε κεχαριτωμένη" που δεν μας ανήκει αλλά πιστοποιεί την χαμένη ομορφιά της καθαυτής γυναικός (που διασώθηκε μετά την Εύα).

Όπως και νάχει, ο Φώτης δεν ορίζεται, δεν χαρακτηρίζεται, δεν ανήκει, δεν υπόκειται, δεν περιορίζεται.
Μόνη εξαίρεση, ένα απόγευμα που τον είδα να κάθεται μαζεμένος και αμίλητος στα σκοτάδια του ναού, μετά τον εσπερινό. Κοίταζε την Πλατυτέρα συνέχεια και δεν έδινε σημασία στον κόσμο που μπαινόβγαινε για ένα κεράκι. Όταν είδε τον ιερέα σηκώθηκε, είπε "την ευχή σου πάτερ" και έκανε μία υπόκλιση.
Βρήκα την ευκαιρία και του είπα "καλησπέρα Φώτη" και κείνος μόνο κούνησε το κεφάλι προς τα κάτω και αυτό ήταν όλο. Μετά ξαναγύρισε στην θέαση της Πλατυτέρας.
Εγώ έφυγα, ο Φώτης έμεινε. Πού ακριβώς και με ποιούς έμεινε, Κύριος οίδε...

Η φτώχεια σαν... επιλογή...

Προχθές το μεσημέρι ήταν... Γύριζα στο σπίτι μου μετά από μια μέρα δουλειάς,με το αυτοκίνητο γεμάτο παιδιά και το κεφάλι μου γεμάτο μέριμνες,προβλήματα και πονοκέφαλο...Είχα βγει από την πόλη και κοντά στα πρώτα χωράφια είδα από μακριά μια γνώριμη φιγούρα...Πριν φτάσουμε,ένα χαμογελαστό πρόσωπο μας χαιρετούσε... Ο Φώτης...

Σταμάτησα το αυτοκίνητο και πιάσαμε την κουβέντα για λίγη ώρα... Με ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον για όλα τα μέλη της οικογένειάς μου και μου έδωσε συμβουλές γεμάτες σοφία... Κατόπιν τον αποχαιρέτησα και μπήκα στο αυτοκίνητο να φύγω... Ο Φώτης δεν κρατούσε τίποτα στα χέρια του... Ενώ όσα χρόνια τον ξέρω περπατάει κρατώντας μια πλαστική σακούλα, τον τελευταίο καιρό κυκλοφορεί χωρίς αυτή, με άδεια χέρια... Πριν λοιπόν ξεκινήσω, ανοίγει τη χούφτα του όπου κρατούσε λίγα κέρματα, βγάζει και αφήνει στη θέση του συνοδηγού ένα ευρώ... "Να πάρεις στα παιδιά μια σοκολάτα από εμένα" μου είπε...

Πρέπει να σας πω ότι αυτό ο Φώτης το κάνει συχνά... Το να μοιράζει λεφτά εννοώ... Και σε εμένα και σε πολλούς άλλους... Πριν λίγο καιρό σε συζήτηση που είχαμε στην τάξη, γεμάτος απορία ένας μαθητής μου μου διηγήθηκε ανάλογο περιστατικό: "Κυρία, στο δρόμο προχθές περπατούσα με τη μητέρα μου και ένας φτωχός μας έδωσε λεφτά!!!!"....

Έψαξα στο αυτοκίνητο να βρω κάτι να του δώσω σαν ανταπόδοση της καλοσύνης του (όχι τόσο για τα λεφτά όσο από αγάπη και ευγνωμοσύνη για τις συμβουλές που κάθε φορά μου δίνει) και βρήκα μόνο ένα μικρό σακουλάκι με στραγάλια και σταφίδες... Του το πρόσφερα... Πήρε δυο σταφίδες και αρνήθηκε να πάρει το σακουλάκι..."Θα περπατήσω και θα με βαραίνει" μου είπε...

Κίνησε να φύγει... Μια φιγούρα ξερακιανή, λίγο σκυφτή από τα χρόνια, αλλά ανάλαφρη, σα να πετούσε... Καθόμουν και τον παρακολουθούσα, με τη βεβαιότητα πως είχα το προνόμιο να παρακολουθώ τον πιο ελεύθερο άνθρωπο της γης και ταυτόχρονα τον πιο ανατρεπτικό... Χωρίς τίποτα στα χέρια του, μόνο μια χούφτα κέρματα για να τα μοιράσει...

[...]
Δεν υπάρχει ανατρεπτικότερη πράξη από το να επιλέγεις να μοιράζεις λεφτά τα οποία εσύ -σύμφωνα με την κρατούσα άποψη- χρειάζεσαι περισσότερο από αυτούς στους οποίους τα δίνεις... Ούτε επαναστατικότερη από το να μην ανέχεσαι ούτε λεπτό να σε βαραίνει κάτι που δεν σου είναι απολύτως απαραίτητο (ανάλογη αυτής του Διογένη του κυνικού φιλοσόφου, ο οποίος πέταξε το μόνο περιουσιακό του στοιχείο, την κούπα με την οποία έπινε νερό, όταν είδε κάποιον να πίνει νερό με τα χέρια του)...
Το σύστημα -έχω σιγουρευτεί πια- δεν μπορεί να νικηθεί από μέσα... Μπορεί μόνο να αχρηστευθεί αν κανείς δεν μπλεχτεί στα γρανάζια του... Γι αυτό μόνο οι άνθρωποι που καταφέρνουν να ζουν έξω από το σύστημα μπορούν να το νικήσουν... Οι υπόλοιποι το χρειαζόμαστε, γι' αυτό εύκολα μας εκβιάζει. Σκεφτείτε πόσο γρήγορα θα κατέρρεε ένα σύστημα καπιταλιστικό αν κανείς δεν χρειάζονταν και δεν αγόραζε τα κάθε λογής σκουπίδια που του πλασάρει. Αν όλοι αγόραζαν μόνο τα απολύτως απαραίτητα, τα όντως απαραίτητα και όχι όσα μας φαίνονται απαραίτητα....

Κι αυτό αποδεικνύεται αν σκεφτεί κανείς σε τι μπορεί να επηρεάσει η οικονομική κρίση έναν άνθρωπο σαν το Φώτη... Τρώει πολύ λίγο, σαν πουλάκι, και ποτέ δεν συσσωρεύει την τροφή του σε ψυγεία, κελάρια και καταψύκτες όπως οι περισσότεροι από εμάς... Γιατί ο άνθρωπος χρειάζεται λιγοστό θρεπτικό φαγητό για να ζήσει και φυσικά καθόλου απαραίτητα δεν του είναι τα κάθε λογής σκουπίδια που το σύστημα του πασάρει σαν -τάχα- απαραίτητα για την κάλυψη των αναγκών του (λίγα χόρτα, μια φέτα ψωμί και μια χούφτα ξηροί καρποί είναι -σύμφωνα με τους υγιεινιστές- μια πλήρης τροφή)...

[...]
Η στέγη δεν ήταν ποτέ πρόβλημα για τον Φώτη αφού ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε σε μια σπηλιά στην άκρη της πόλης, ενώ πάντα ζει σε παλιά καλύβια που του παραχωρούν φίλοι του, από αυτά που οι υπόλοιποι δεν καταδέχονται να έχουν σα μόνιμη κατοικία...

[...]
Αν πεις για ρούχα, ζήτημα είναι στη ζωή του ολόκληρη να έχει λιώσει τρεις αλλαξιές... Φοράει τα ίδια σχεδόν πάντα μέχρι να μην φοριούνται και μπαλωμένα... Η βιομηχανία της μόδας πόσο μπορεί να αντέξει σε μια φιλοσοφία και στάση ζωής σαν του Φώτη; Και δεν υπάρχει πιο άχρηστη επίπλαστη ανάγκη από αυτή της κατοχής ρούχων περισσότερων από αυτά που χρειάζεται κάποιος. Ούτε μεγαλύτερη ανοησία από το να θεωρείται το ρούχο ενδεικτικό της αξίας ενός ανθρώπου... Οι ιερείς και μοναχοί περνούν όλη τη ζωή τους ντυμένοι σε ένα ρούχο, το ράσο τους, κι αυτό καθόλου δεν τους κάνει κατώτερους ανθρώπους, αλλά το αντίθετο, ουσιαστικότερους...

Το θέμα της μετακίνησης που μας ταλαιπωρεί πολύ, τόσο με την εξασφάλιση των απαραίτητων καυσίμων, όσο και με τη ρύπανση που προκαλεί, ο Φώτης το έχει λύσει κόβοντας τον... Γόρδιο Δεσμό... Όπου θέλει να πάει πηγαίνει με τα πόδια, αργά αλλά ανέξοδα... Τον έχω συναντήσει σε Μοναστήρι πάνω στο βουνό που εγώ έκανα με το αυτοκίνητο μιάμιση ώρα να φτάσω... Ήταν εκεί ήδη όταν έφτασα... Τον ρώτησα πώς τα κατάφερε και μου απάντησε πως έφυγε λίγο νωρίτερα... Δεν έχει άλλωστε τίποτα να τον βιάζει... Επίσης έχει αποδεχτεί το αυτονόητο, πως δηλαδή στον τόπο που γεννήθηκε θα ζήσει και επομένως δεν υπάρχει άμεση ανάγκη για ταξίδια ανά τον κόσμο, στα οποία έχουν επιδοθεί όλοι οι άνθρωποι τούτου του κόσμου. Τα ταξίδια του είναι καθημερινά και οι αποστάσεις τους καθορίζονται από την αντοχή των ποδιών του και μόνο...

[...]
Ο Φώτης μιλάει για την κρίση - Η κοινωνία του Βόλου μέσα από μια διαφορετική ματιά

[...]
Για αρκετό διάστημα ζούσε στις σπηλιές της Γορίτσας. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ τον συνάντησε στο ησυχαστήριό του, σ’ ένα κτήμα στην περιοχή Κογιάτικα, έκταση που του έχει προσφερθεί. Η εικόνα που αντικρίσαμε ήταν ένα σπίτι - καλύβα μέσα σε μια μεγάλη πράσινη έκταση τελείως απομονωμένη από δρόμους και σπίτια. Το «σπίτι» του δεν έχει τις πολυτέλειες και τις ανέσεις τις δικές μας, γιατί ο ίδιος δεν τα έχει ανάγκη, όπως μας είπε.
Ζει χωρίς ρεύμα, νερό και θέρμανση. [...]

Δήλωσε ότι υπάρχει βοήθεια προς αυτόν από ανθρώπους φτωχούς αλλά και με οικονομική άνεση. «Εμένα με ξέρουν όλοι σχεδόν στο Βόλο σαν έναν απλό άνθρωπο και αυτός είμαι, επιβιώνω όπως όλοι, είτε έχω λεφτά είτε όχι». [...] 

«Εγώ δεν έχω λεφτά να βοηθήσω, αλλά με την παρουσία μου προσπαθώ να βοηθήσω τον άλλο σε ό,τι θέλει. Όταν μπορώ να προσφέρω οικονομική βοήθεια, φυσικά και δίνω κάτι χωρίς απαίτηση αμοιβής. Βέβαια μπορώ να «χαρίσω» επικοινωνία και σοφά λόγια, πέρα από τα υλικά αγαθά, σε όποιον θέλει. Είμαι ανοιχτός σε όλους τους ανθρώπους».

[...] «Οι κόντρες και οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων έρχονται εκεί που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο και ζητάει κάτι που δεν το έχει ανάγκη. Αυτή η εξέλιξη των πραγμάτων και του χρήματος έφερε στεναχώριες και προβλήματα στον άνθρωπο. Όλοι είχαν μάθει σ’ ένα καλό αυτοκίνητο, μια καλύτερη ποιότητα ζωής και πλέον «μαραζώνουν» στην ιδέα ότι θα τα στερηθούν».

Όσον αφορά στην επιλογή του ν’ ασκητέψει, ο ίδιος θεωρεί ότι αγκάλιασε την ορθοδοξία. «Αισθάνομαι πολύ όμορφα, κάνω καλές σκέψεις, πράξεις, οι κινήσεις μου προσπαθώ να είναι πιο έντιμες και «καθαρές». Αισθάνομαι πλούσιος με όλα αυτά. Αυτός είναι ο δικός μου βίος. Δεν έχω διαφορές με τους ανθρώπους, τους δέχομαι όλους».

Ο ίδιος βλέπει από τη δική του ματιά την ιδέα του χρήματος, υποστηρίζοντας: «Πρώτα οι άνθρωποι πρέπει ν’ αγαπάνε το Θεό και μετά τους συνανθρώπους, από κει και μετά ο άνθρωπος είναι πλούσιος και χωρίς χρήματα. Οι άνθρωποι μεταξύ τους πλέον δεν έχουν επικοινωνία, έχουν μόνο κόντρες και διαφορές οι οποίες δεν έχουν κανένα όφελος. Η εξέλιξη των χρημάτων έφερε αυτό το γεγονός. Η κατάσταση έφτασε σε σημείο ο άνθρωπος να φοβάται τον γείτονα, τους συνανθρώπους, τους ξένους, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό».
[...] «Δεν είμαστε ευτυχισμένοι με αυτό που έχουμε, όπως το πιο απλό, ένα πιάτο φαγητό. Και ας μην έχεις λεφτά στην τσέπη, μόνο με αυτό είσαι πλούσιος. Πιστεύουμε ότι αν έχουμε πολλά λεφτά είμαστε ασφαλείς. Τα λεφτά κάνουν μόνο λεφτά. Η ομορφιά της ζωής είναι η πίστη μας και η αγάπη. Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε από κέρμα ούτε από χαρτί. Όλοι είμαστε το ίδιο, αναπνέουμε το ίδιο οξυγόνο, ανεξαρτήτως χρώματος και κοινωνικής κατάστασης. Σημασία έχει να επικοινωνήσουμε με αγάπη, τα λεφτά δεν έχουν τόσο αξία και ο άνθρωπος δεν πρέπει να έχει αυτό σαν πρώτη επιθυμία. Τίποτα δεν είναι δικό μας, μόνο η αναπνοή».
«Και ο πιο φτωχός που δεν έχει μία δραχμή στην τσέπη του και αυτός θεωρείται πλούσιος γιατί πιο πολλά αξίζει η προσωπικότητά του. Σημαντικό είναι να έχει ευθύνη για τη παρουσία του στην κοινωνία, να μην κάνει λάθη. Όταν αρχίζουν και ζητάνε τα πλούτη, ξεκινάει ο διαχωρισμός στην κοινωνία. Το καλύτερο δώρο είναι ο άνθρωπος να είναι υγιέστατος και χαμογελαστός».

Στην ερώτηση αν θα ήθελε ν’ αλλάξει κάτι στη ζωή του, υποστήριξε: «Δεν θέλω ν’ αλλάξει κάτι στη ζωή μου, είμαι γεμάτος αγαθά και πιστεύω στο Θεό».

Τέλος άφησε το δικό του μήνυμα: «Ο άνθρωπος πρέπει να βλέπει τον συνάνθρωπο σαν αδερφό του, όποιος και να είναι αυτός, ό,τι και να είναι, αρκεί να έχει μέσα του στοιχεία καλά, να μεταφέρει χαρά και από κει και πέρα δεν έχει ανάγκη από τίποτα άλλο. Η μητέρα Ελλάδα είναι ευλογημένη και έχει μια μεγάλη αγκαλιά για όλους. Έχουμε πλούτο και δεν το γνωρίζουμε».


.

4 σχόλια:

Christina Leli είπε...

Δεν ειχα ακουσει ποτε για αυτον τον ανθρωπο! Η ενσαρκωση της ελευθεριας! Ειλικρινα τον ζηλευω για το θαρρος του, την αυταρκεια του, την επιγνωση του...

icarus είπε...

Έτσι είναι... μακάρι να παίρνουμε παράδειγμα για σκέψη, και επαναπροσδιορισμό της ζωής μας, των προτεραιοτήτων μας, των «θέλω» μας. :-)

Λίζα είπε...

Είναι νομίζω ο πιο αυθεντικός άνθρωπος που έχει πατήσει το πόδι του σ' αυτόν τον τόπο.. Δε σου κρύβω, αναρίγησα διαβάζοντάς το. Σαν να μην είναι καν άνθρωπος -σαν να 'ναι κάτι πολύ ανώτερο. Κι ίσως σαν προσδιορισμός η λέξη άνθρωπος να είναι πολύ λίγη για να τον χαρακτηρίσει. Τιμά τη λέξη ανθρωπιά(με την παλιά της έννοια) στο έπακρο. Τέλος, θα συμφωνήσω με τη Χριστίνα: "η ενσάρκωση της ελευθερίας"!

icarus είπε...

Ασφαλώς και δε μπορούμε -εύκολα τουλάχιστον-να του μοιάσουμε στην ελευθερία και την ανθρωπιά. Ωστόσο νομίζω πως μπορούμε να πάρουμε μαθήματα, και να προσπαθούμε με τα μέσα που διαθέτουμε για το καλύτερο, αντί να κλεινόμαστε στον εαυτό μας.