25.2.13

όλα αλλάζουν κι όλα μένουν ίδια...

Μόλις τέλειωσα την ανάγνωση ενός πολύ ενδιαφέροντος και συνάμα κουραστικού (λόγω του όγκου των πληροφοριών που παραθέτει) βιβλίου του Νταν Φρανκ με τίτλο «ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ», στο οποίο περιγράφει τη συμπεριφορά των Γάλλων καλλιτεχνών και διανοούμενων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Κάποια από τα αποσπάσματα ή καλύτερα από τα γεγονότα που περιγράφονται σε αυτό, αν αλλάξει κανείς μόνο τα ονόματα, δείχνουν τόσο γνώριμα σε σχέση με την κατάσταση που ζούμε στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, αλλά και σε εκείνες που οδήγησαν σε αυτή. 

φωτογραφία από blog.myheritage.fr
Παράδειγμα:
«Από τη μια μεριά, υπήρχαν όσοι υπέφεραν και δεν αποδέχονταν την κατάσταση. Από την άλλη μεριά, ήταν όσοι υπέφεραν και την αποδέχονταν. Υπήρχαν επίσης όσοι την αποδέχονταν χωρίς να υποφέρουν, όπως η μερίδα των οπαδών του στρατάρχη, του Ντοριό, των ναζήδων, που επρόκειτο να λογοδοτήσουν πέντε χρόνια αργότερα. Υπήρχαν και οι δυστυχώς πολλοί που αποφάσισαν να ''προσαρμοστούν'' και δέχονταν να κινούνται στον περιορισμένο χώρο που τους παραχωρούσε ο εισβολέας. Όχι πέρα για πέρα καθάρματα, αλλά καθόλου ήρωες. Συμβιβαζόμενοι ώστε να ζουν σχεδόν όπως πρώτα, αν όχι και καλύτερα. Σε κάθε περίπτωση, εκθέτοντας, δημοσιεύοντας, κάνοντας εμφανίσεις, κλείνοντας τα μάτια στην άθλια ζωή και τις τραγωδίες των διπλανών τους». (ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ, σ. 
131)

Δεν έχει σημασία αν κάποιοι αποδέχονται ή όχι μια κατάσταση -εννοώ την παρούσα στην Ελλάδα-, ούτε αν υποφέρουν ή δεν υποφέρουν. Αυτό άλλωστε αποτελεί μία από τις επιδιώξεις των «κατακτητών», δηλαδή να διασπάσουν την (όποια) κοινωνική συνοχή και να δημιουργήσουν κλίμα διαμάχης ανάμεσα στους πολίτες που ούτως ή άλλως μοιράζονται την ίδια μοίρα. «Διαίρει και βασίλευε».
Αυτό που κατά τη γνώμη μου έχει σημασία, είναι δύο λέξεις-κλειδιά του πιο πάνω αποσπάσματος: συμβιβασμός, και αδιαφορία. Η αποδοχή ή μη αποδοχή μιας καταστάσεως δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Υπάρχει βέβαια μια μερίδα ανθρώπων, στο βαθμό που δεν έχουν αλλάξει τα εισοδήματά τους ή οι συνθήκες διαβίωσής τους, οι οποίοι σαν «βολεμένοι» έχουν την πολυτέλεια να αμφισβητούν, να μην αποδέχονται την πραγματικότητα. 
Το ζητούμενο επομένως μπροστά σε μια πραγματικότητα την οποία όλοι συμφωνούμε ότι υφίσταται, είναι εάν έχουμε συμβιβαστεί με αυτή ή όχι. Αν έχουμε συμβιβαστεί, τότε έχουμε σκοτώσει την κινητήριο δύναμη της Ιστορίας, καθότι οι αλλαγές, οι επαναστάσεις, οι αντιστάσεις δεν γίνονται από συμβιβασμένους ανθρώπους.
Το δεύτερο σημείο, η αδιαφορία για τους διπλανούς μας, δεν αποτελεί μόνο την -σε μεγάλο βαθμό- γενεσιουργό αιτία της κρίσης που αντιμετωπίζουμε, αλλά επίσης τον καταλύτη που αποδυναμώνει κάθε διάθεση για αντίσταση. Αυτό συμβαίνει επειδή η αδιαφορία προέρχεται από την ατομικότητα και επομένως διασπά την κοινωνική συνοχή. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι όποιες ασυμβίβαστες φωνές για αντίσταση, δε μπορούν να ενωθούν, να συντονιστούν και να μεταφραστούν σε πράξεις. 
Δεν εννοώ τις διαδηλώσεις, αυτές προ πολλού έχουν καταστεί -σε μεγάλο βαθμό- οχλοβοή δίχως αντίκρυσμα, και στη χειρότερη περίπτωση λειτουργούν ως φερέφωνα απολιθωμένων πολιτικών πρακτικών ή ως βαλβίδα εκτόνωσης για τη λαϊκή οργή. Αναφέρομαι σε μια αντιπρόταση, η οποία πρώτο, δεν θα συμβιβάζεται με την πραγματικότητα (μη ξεχνάμε ότι όλες μα όλες οι διαδηλώσεις γίνονται για την διατήρηση των κατεστημένων ή των κεκτημένων), δεύτερο θα έχει κίνητρο το ενδιαφέρον για το καλό ΟΛΩΝ, και τρίτο θα έχει όραμα σαφές, το οποίο να μπορεί να σταθεί αυτόνομα, δίχως την πολωτική διαδικασία του άσπρου-μαύρου ή τον ετεροπροσδιορισμό της άρνησης απέναντι στους «άλλους» (κόκκινους, πράσινους, γαλάζιους, μαύρους και δε συμμαζεύεται).

Αυτόν -στοχαστή, καλλιτέχνη ή πολιτικό- που θα αρθρώσει μια ρεαλιστική πρόταση, μια θετική και δημιουργική πρόταση για τον τόπο μου, θα του σφίξω το χέρι σφιχτά! Και τη μέρα που θα κατέβουμε στο Σύνταγμα, μα πέντε χιλιάδες, μα δέκα, μα πεντακόσιες, και δεν θα υπάρχουν πανώ και κομματικά παραμάγαζα, θα την ανακηρύξω Εθνική Εορτή!
Μέχρι τότε δηλώνω ασυμβίβαστος ονειροπόλος και ενεργά ενδιαφερόμενος για τους συνανθρώπους μου και για το καλό του τόπου μου.

24.2.13

ό,τι κρατάς σε κρατεί


Αν η όραση της ηλιαχτίδας είναι έγκλημα,
αν  η παράδοση στο άπλετο φως σάς σκανδαλίζει,
αν η αγάπη δεν ταιριάζει στα συστήματα που χτίσατε,
καταδικάστε με!

Κι έπειτα,
το χρόνο αφήστε
και δύο μάτια αθώα, παιδικά
κριτές να γίνουν…
το αντέχετε;

Όσο υπάρχουν παιδικά, καθάρια βλέμματα,
όσο υπάρχουνε παιδιά, απρόσβλητα από υποκρισία,
θα ελπίζω σ’ ένα νεύμα κατανόησης
και στο άπειρο έλεος εκείνου που δεν χώρεσε,
ούτε ποτέ του θα χωρέσει ανθρώπου νους.
και θά 'μαι ήρεμος…

(2005)



Τούτη τη νοσταλγία
της σπίθας της παιδικής
τη ριζωμένη κατάβαθα
απ`την αρχή του χρόνου
- που ατίθαση γελά
σχήματα και κανόνες-
κρατώ...
και με κρατεί.



Κότσιρας - και πάλι παιδί

20.2.13

angels



I sit and wait
Does an angel
Contemplate my fate?
Do they know
The places where we go
When we're gray and old
'Cause I've been told
That salvation
Lets their wings unfold

So when I'm lyin' in my bed
Thoughts runnin' through my head
And I feel that love is dead
I'm lovin' angels instead

And through it all
She offers me protection
A lot of love and affection
Whether I'm right or wrong
And down the waterfall
Wherever it may take me
I know that life won't break me
When I come to call
She won't forsake me
I'm lovin' angels instead

When I'm feelin' weak
And my pain walks down
A one way street
I look above
And I know I'll always be blessed with love

And as the feeling grows
She breathes flesh to my bones
And when love is dead
I'm lovin' angels instead


And through it all
She offers me protection
A lot of love and affection
Whether I'm right or wrong
And down the waterfall
Wherever it may take me
I know that life won't break me
When I come to call
She won't forsake me
I'm lovin' angels instead

And through it all
She offers me protection
A lot of love and affection
Whether I'm right or wrong
And down the waterfall
Wherever it may take me
I know that life won't break me
When I come to call
She won't forsake me
I'm lovin' angels instead

19.2.13

οι άγγελοι δεν πνίγονται




Λες και είχε ξεμείνει αιώνες σ' εκείνη τη σκοτεινή ακρογιαλιά... αιώνες ατέλειωτους, σκοτεινούς. Κουράστηκε να θρηνεί τα σπασμένα της φτερά, να νοσταλγεί τον λαμπερό ουρανό, να κλαίει... Ανέβηκε σε ένα βράχο, αποφασισμένη να κάνει ένα τελευταίο πέταγμα, κι ας ήταν στο βυθό.


Μα πριν προλάβει το νερό να πλημμυρίσει μέσα της, ένα δελφίνι τη σήκωσε, και την έβγαλε στη στεριά. Το κοίταξε με παράπονο, δεν είχε κουράγιο ούτε να του θυμώσει.
- Οι άγγελοι δεν πνίγονται, της είπε, μόνο πετάνε στα ψηλά.
- Σπάσανε προ πολλού τα φτερά μου...
- Κι όμως, δες, έχουνε γιάνει! Μόνο που αντί να τα φροντίζεις στεκόσουν κι έκλαιγες που σπάσαν. Δοκίμασε, κι αν δε μπορείς πια να πετάξεις, τούτη τη φορά θα σε αφήσω να πνιγείς!

Ανέβηκε πάλι στο βράχο. Έριξε για μια στιγμή το βλέμμα της στο νερό, έπειτα κοίταξε σταθερά ψηλά, στον ουρανό, και έγινε το θαύμα!
Έκανε μερικούς γύρους από πάνω του κι έπειτα προσγειώθηκε στην ακροθαλασσιά, έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί που είχε τόση αγάπη, όση δεν είχαν όλα μαζί τα φιλιά που έδωσε στη ζωή της.

- Θα επιστρέφω, να το ξέρεις, του είπε καθώς χανότανε, ενώ το φεγγάρι που μόλις είχε ανατείλει γυάλιζε με ασημένιες λάμψεις τη θάλασσα και τα φτερά της.



Όναρ - Πέτα με ψηλά




Αν νιώθεις πως αργεί να ξημερώσει πάλι

Αν τρέχεις να προλάβεις μια καινούρια μάχη

Θα 'μαι εδώ το χέρι αν θες να σου κρατήσω

Θα 'μαι εδώ στα όνειρά σου να σε συναντήσω



_________________________
άλλο ένα παιχνίδισμα με αφορμή μια φωτογραφία  :-)

κι όμως, πετάει...



- Μα, αφού σου λέω ότι είμαι μικρή, τοσοδούλα, δεν μπορώ να πετάξω....
- Και τα φτερά τι τά 'χεις, αν όχι για να πετάς; δες εμάς, τα μερμήγκια, που όλο το χρόνο περπατάμε πάνω στη γη, και μόλις βγάλουμε φτερά, για λίγες μέρες, δε σταματάμε να πετάμε... και συ, που είσαι από τη φύση σου να πετάς, λες δε μπορείς;
- Μα....
- Τι θα πει μα;
- ... αφού σου είπα, είμαι μικρή, τα φτερά μου είναι αδύναμα...
- Αηδίες! άμα δε δοκιμάσεις, δε μπορείς να πεις δεν μπορώ!
- (σιωπή)
- Και στο κάτω - κάτω της γραφής, άμα δεν είσαι σίγουρη μικρή μου Φεγγαρένια, μπορώ να σε βοηθήσω.
- Εσύ; μα πώς; είσαι τόσο μικρός...
- Χαχαχαχα! Δε θα σε σηκώσω, βρε κουτό... ασφαλώς για κάτι τέτοιο είμαι πολύ μικρός. Πες μου, δέχεσαι;
- Φοβάμαι....
- Το ξέρω, καλή μου, και σε αυτό θέλω να σε βοηθήσω.
- Κι αν αποτύχεις, εεε, αν αποτύχω θέλω να πω, θα με δουν οι φίλες μου και θα με κοροϊδεύουνε...
- Ωραία, λοιπόν. Τότε έλα εδώ το βράδι, που όλοι θα κοιμούνται, να σου δείξω να πετάς.

Έτσι κι έγινε. Σαν νύχτωσε, η μικρή νεράιδα τράβηξε -περπατώντας- για το σημείο της συνάντησης. Το φεγγάρι, ολόγιομο, φώτιζε το δρόμο της και ομόρφαινε τη νυχτιά. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί άμα δεν είχε φεγγάρι, ποιός ξέρει σε πόσες πέτρες και αγκάθια θα σκόνταφτε και θα πλήγωνε τα λεπτά ποδαράκια της.
- Καλώς την! είσαι έτοιμη;
- Έτοιμη για τι;
- Μα, για να πετάξεις, φυσικά...
- Εεεεε....
- Καλά, καλά. Λοιπόν, άκου τι θα κάνεις. Το βλέπεις το κλαδάκι με τους σπόρους του αγριοραδικιού;
- Ποιό; τον «κλέφτη»;
- Ακριβώς!
- Αχ, πολύ μου αρέσει, που τον σηκώνει ο άνεμος και τον ταξιδεύει μακριά, μακρια, μα...
- μακριά, τό 'παμε. Λοιπόν, θα κόψω το κλαδί και σύ θα το κρατήσεις. Να, ανέβα σε τούτη την πέτρα και κράτα το ψηλά.
- Και τώρα;
- Τώρα θα περιμένουμε το αεράκι. Μόλις φυσήξει, θα σε σηκώσει, μη φοβάσαι, με το βάρος σου δε μπορεί να σε ανεβάσει ψηλά, απλά δεν θα πατάς στο έδαφος. Ε, και μόλις ανέβεις λίγο, δοκίμασε να κουνήσεις τα φτερά σου.
- Κι άμα δεν τα καταφέρω;
- Αν δεν τα καταφέρεις, το πολύ - πολύ να πέσεις και να κάνεις καμιά γρατζουνιά. Μη σκιάζεσαι.
- Καλά.
- Έτσι μπράβο.
- Αν όμως με σηκώσει πολύ ψηλά και, ξέρεις,... θα σακατευτώ...
- Ααααα!..., αφού σου είπα, είναι αδύνατο να σε πάει ψηλά.

Πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια του, ένα απαλό αεράκι πήρε τον «κλέφτη» και την Φεγγαρένια μαζί, και τους σήκωσε απαλά. Στην αρχή η μικρή νεράιδα ένιωσε τη χαρά να σκιρτά μέσα της. Σύντομα όμως μια δεύτερη ριπή ανέμου την σήκωσε τόσο ψηλά, που μόλις και μετά βίας μπορούσε να διακρίνει τον λιλιπούτειο φίλο της.
- Πέτααα, πέτααα, κούνααα τα φτεράαα σου!
- Φοβάααμαι...
- Κούνααα τααα, μηη φοβάαασαι!

Έδωσε μία, μια δεύτερη, και στην τρίτη προσπάθεια, φρρρούτ, άρχισε να νιώθει τα φτεράκια της να χαστουκίζουν τον αέρα. Μετά από μερικούς αδέξιους στροβιλισμούς, κατάφερε να ισορρροπήσει και να βρει τον ρυθμό που θα την κρατούσε μετέωρη, ανάμεσα στο φεγγαρόφωτο και τον μικρό της φίλο.
- Ωωωωωω! πετάωωωωω! πετάωωωωω! κοίταα!
- Άφησε τώρα το κλαδίιιι!
- Όχι, φοβάμαι σου λέωωωω...
- Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!
- Γιατί γελάς;
- Γιατί, καλή μου, μόνο το κοτσάνι έμεινε... το έχει μαδήσει ο αέρας εδώ και ώρα!
 - Τίιιιιι;;;;
- Χαχαχαχχαχχαχαχαα!!!! σημασία έχει πως έμαθες να πετάς!

Εκείνο το βράδι η Φεγγαρένια δεν κοιμήθηκε. Όχι επειδή άργησε να γυρίσει στο σπιτάκι της, ίσα- ίσα, γύρισε πριν να περάσει ώρα από την στιγμή που βγήκε έξω. Δεν κοιμήθηκε από τη χαρά, που το όνειρό της έγινε πραγματικότητα... ε, και από το φεγγαρόφωτο, που ειδικά εκείνη τη νύχτα βάλθηκε ν` αστραποβολά σαν ήλιος. 


----------------------------------------
(Καιρός να θυμηθούμε τα παλιά... δίνω τη σκυτάλη στους Cinestef, Λίζα, Χριστίνα, και σε όποιον άλλο/η το επιθυμεί: αναρτήστε την φωτογραφία και συνοδέψτε τη με ένα κείμενο δικής σας έμπνευσης που να σχετίζεται με αυτή)

18.2.13

Φώτης, όνομα και πράγμα!

Δε συνηθίζω να αναδημοσιεύω κείμενα. Σπάνια το κάνω. Μια από αυτές τις εξαιρέσεις είναι και η σημερινή, αναφορά στον Φώτη, για τον οποίο αν είσαστε από το Βόλο δεν χρειάζονται συστάσεις. 

φωτογραφία από  e-volos.gr

Επειδή τυχαίνει να τον γνωρίζω από τότε που ήμουνα παιδί, σας διαβεβαιώ πως ότι θα διαβάσετε στη συνέχεια, είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Αναδημοσιεύω λοιπόν μερικά αποσπάσματα από το μπλογκ ΟΠΟΥ ΓΗΣ (κλικ άμα θέλετε να διαβάσετε το πλήρες κείμενο).



Φώτης: ερημίτης σε αστικό τοπίο, που προσφέρει λουλούδια και δε φοβάται την κρίση!...

Ξεφύτρωσε στους δρόμους της πόλης μας, Βόλου, ξαφνικά και σχεδόν από το πουθενά, στην δεκαετία του'80. Ένας λεπτός, ψηλός άντρας απροσδιορίστου ηλικίας, (πριν λίγο καιρό έμαθα ότι είναι στα 82 του πλέον αλλά καθόλου δεν του φαίνεται) που φορούσε, χειμώνα - καλοκαίρι, το ίδιο χακί μπουφάν, έμοιαζε βρώμικος και είχε μακριά μαλλιά. Κυκλοφορούσε στο κέντρο της πόλης, μοίραζε λουλούδια στις γυναίκες (και μοιράζει ακόμη), έλεγε διάφορα ακατανόητα και κάποιες φορές μιλούσε για αγάπη και για Θεό.


17.2.13

λυγίζουμε, μα δε σπάμε

Είναι στιγμές που μία μόνο λέξη φέρνει τα πάνω κάτω. Εκεί που νομίζεις πως έχεις τακτοποιήσει τα πράγματα στο μυαλό σου, τσούπ!, όλα φύρδην μίγδην...
Δεν ειν' κακό: φανερώνει όσα επιμελώς ήταν κρυμμένα κάτω από το χαλί.
Κι εκεί που μέχρι πρότινος νόμιζες πως είχες σπάσει, διαπιστώνεις τελικά ότι απλά λύγισες... έχει μεγάλη διαφορά.

Κι αν δεν υπάρχει λόγος
να σταθείς και πάλι ολόρθος
ζήτα μία στιγμή
- μονάχα μία-
μια ηλιαχτίδα
μια αστραπή.

P!nk - Just Give Me A Reason ft. Nate Ruess

Just give me a reason
Just a little bit's enough
Just a second we're not broken just bent
And we can learn to love again
I'll never stop
You're still written in the scars on my heart
You're not broken just bent
And we can learn to love again


Άλλοι την αφορμή τη βρίσκουν μέσα τους, 
άλλοι έχουν ανάγκη κάποιον να βοηθήσει.
Όπως και να το δει κανείς, 
δίχως Έρωτα δεν υπάρχει πόθος για Ζωή.

ΕΣΥ, που δεν πατάς στην γη,
καν' την καρδιά μου να πετάξει...

δεν φευγω ρε...

... στέκομαι, στροβιλίζομαι
-φτερό στον άνεμο,
όπου κι αν είμαι, Πατρίδα.


Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη.
Σαν να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω κι ούτε μια μαρμαρυγή.
άνθρωποι στων άλλων τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα στης μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα, κοιτώντας παθητικά τ’ αστέρια.

Μακρινή τώρα είναι για μας η κάθε χαρά.
Η ελπίδα και η νιότη έννοια αφηρημένη.
άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε
παρά ο όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός
κι άμα δεν ήταν η βαθιά λύπη μες στο σώμα
κι άμα δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός πόνος μας
να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα.


*απάντηση στον πεφτάγγελο

16.2.13

λευτεριά

Μες στο χειμώνα
κρύο και βροχή...
Μούσκεμα τα φτερά σου
και ηλιαχτίδα -ή λύτρωση-
η σπίθα στα μάτια που αγαπούν...

Χρόνοι κυλούνε,
σκότος και βροχή...
Σ' έχουνε για χαμένο,
τα πάντα γιατί έχασες.
Μα δε μπορούν να δούνε
πως ο χαμός εγίνηκε
η λευτεριά σου.

Τι κι αν με πεις τρελό...
φουρτουνιασμένο και πλατύ
σαν τον ωκεανό;

Δεν έχω τίποτα να χάσω...
το Φως διεκδικώ.
Ζω, σε πείσμα των καιρών,
είμαι λεύτερος!

I am fucking crazy.... but I am Free!





I was in the winter of my life, and the men I met along the road were my only summer.
At night I fell asleep with visions of myself, dancing and laughing and crying with them.
Three years down the line of being on an endless world tour, and my memories of them were the only things that sustained me, and my only real happy times.
I was a singer - not a very popular one,
I once had a dreams of becoming a beautiful poet, but upon an unfortunate series of events some of those dreams dashed and divided like a million stars in the night sky that I wished on over and over again, sparkling and broken.
But I didn't really mind because I knew that it takes getting everything you ever wanted, and then losing it to know what true freedom is.
When the people I used to know found out what I had been doing, how I'd been living, they asked me why - but there's no use in talking to people who have home.
They have no idea what it's like to seek safety in other people - for home to be wherever you lay your head.
I was always an unusual girl.
My mother told me I had a chameleon soul, no moral compass pointing due north, no fixed personality; just an inner indecisiveness that was as wide and as wavering as the ocean...
And if I said I didn't plan for it to turn out this way I'd be lying...
Because I was born to be the other woman.
I belonged to no one, who belonged to everyone.
Who had nothing, who wanted everything, with a fire for every experience and an obsession for freedom that terrified me to the point that I couldn't even talk about it, and pushed me to a nomadic point of madness that both dazzled and dizzied me.

I've been out on that open road
You can be my full time, daddy
White and gold
Singing blues has been getting old
You can be my full time, baby
Hot or cold

Don't break me down
I've been travelin' too long
I've been trying too hard
With one pretty song

I hear the birds on the summer breeze, I drive fast
I am alone in the night
Been tryin' hard not to get into trouble, but I
I've got a war in my mind
So, I just ride
Just ride, I just ride, I just ride

Dying young and I'm playing hard
That's the way my father made his life an art
Drink all day and we talk 'til dark
That's the way the road dogs do it, ride 'til dark.

Don't leave me now
Don't say good bye
Don't turn around
Leave me high and dry

I hear the birds on the summer breeze, I drive fast
I am alone in the night
Been tryin' hard not to get into trouble, but I
I've got a war in my mind
I just ride
Just ride, I just ride, I just ride

I'm tired of feeling like I'm fucking crazy
I'm tired of driving 'til I see stars in my eyes
It's all I've got to keep myself sane, baby
So I just ride, I just ride

I hear the birds on the summer breeze, I drive fast
I am alone in the night
Been tryin' hard not to get into trouble, but I
I've got a war in my mind
I just ride
Just ride, I just ride, I just ride

[Music video spoken ending:]
Every night I used to pray that I’d find my people, and finally I did on the open road.
We had nothing to lose, nothing to gain, nothing we desired anymore, except to make our lives into a work of art.
Live fast. Die young. Be wild. And have fun.
I believe in the country America used to be.
I believe in the person I want to become.
I believe in the freedom of the open road.
And my motto is the same as ever:
"I believe in the kindness of strangers. And when I’m at war with myself I ride, I just ride."
Who are you?
Are you in touch with all of your darkest fantasies?
Have you created a life for yourself where you can experience them?
I have. I am fucking crazy.
But I am free.


ελ ντοράντο



Εκεί, στην έρημη Δύση έτρεξαν οι χρυσωρύχοι...
μέρος πολυδιαφημισμένο,
γεμάτο όνειρα και προσδοκίες.
Άνθρακες ο θησαυρός,
ελάχιστα ψήγματα
στη λάσπη του χειμάρρου...

Ο Χρυσός κρύβεται αλλού,
στα πιο απρόσμενα μέρη!

(ευχαριστώ)

χαμόγελο

Θέλω να ξέρεις πως δεν σε ξεχνώ.
Κι ας μη σε έχω δει ποτέ... γνωρίζω ό,τι είναι απαραίτητο
-όπως και συ! :-)

Η χαρά είναι αμοιβαία.

4.2.13

Καβάφης

Συζητώντας χτες με μια φίλη, θυμήθηκα αυτό το σύντομο αλλά τόσο δυνατό ποίημα του Καβάφη:


και αναρωτιέμαι τώρα: από το να αρνείσαι τη ζωή και τις προκλήσεις της επιλέγοντας δήθεν το σωστό, δεν είναι προτιμότερο να είσαι ελεύθερος και να ρισκάρεις το «λάθος»;