17.3.12

Οι γέφυρες δεν είναι πάντα από πέτρα



Λυσσομανούσε στο πεδίο ο βοριάς
κι εκείνη, ανέμελη,
μ'ενα λεπτό φορεματάκι
λικνίζονταν ανάμεσα στα στάχυα
που κυμματίζανε σαν θάλασσα χρυσή
ως πέρα, στον ορίζοντα.

Με στήθος φουσκωμένο απ' τον αέρα
σαν να μην ένιωθε ούτε κρύο, ούτε βροχή
-η Περσεφόνη νά 'τανε; η μάνα της, η Δήμητρα;-
από άλλο κόσμο πάντως ήταν, δε μπορεί
με τ' ακροδάχτυλά της μπούκλες έκανε
στα μακρυά μαλλιά της
που στέκονταν, μες στο χαμό,
ασάλευτες
σαν να 'χε νηνεμία.

Κι όπου πατούσε με τα πόδια της,
κι ότι άγγιζε με το κορμί της,
κι όπου άπλωνε τα χέρια της,
με μιας γαλήνευε
και η ήρεμη λίμνη γύρω της μεγάλωνε
κι o αέρας σταματούσε...

Ξάφνου,
κάτω απ' το κύμα το χρυσό,
κάτι παράξενο, μία σκιά προβάλλει.
ένα πετούμενο, αβοήθητο,
τραυματισμένο...

Το σήκωσε, το έψαξε,
και με μια κίνηση απαλή
το καθησύχασε.
Εκείνο πάλι, μόλις το άγγιξε
ρίγος να το περνάει πέρα ως πέρα
ένιωσε και δύναμη,
που μέχρι πριν δεν είχε.

Ψηλά τα χέρια σήκωσε,
κόντρα στον άνεμο,
και το αγριοπερίστερο
άπλωσε τα φτερά
και σύντομα
εξαφανίστηκε στα σύννεφα.

Μα πριν προλάβει να κυλήσει ένα δάκρυ
-όχι, δεν πρόλαβε-
ο ουρανός καθάρισε
και το είδε πάλι, δίπλα της
να φτερουγίζει
σα να 'θελε να τη σηκώσει
πάνω στα γκρίζα του φτερά
και να την ταξιδέψει...


Ποιός άραγε αφελής είπε
πως τάχα μόνο τα όμοια ταιριάζουν;

1 σχόλιο:

Rea είπε...

αυτό σίγουρα είναι ηλιαχτίδα....