5.3.12

Η Στελλίνα, ο δράκος και το πύρινο στιλέτο

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πολύ όμορφη και χαριτωμένη πριγκίπισσα. Από μικρή απολάμβανε τις ομορφιές του παλατιού και του αχανούς κήπου που το περιέβαλλε και ονειρευόταν τη στιγμή που ο ξανθός πρίγκηπας πάνω στο άσπρο του άτι θα 'ρχόταν να τη ζητήσει  και θα ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
Έτσι μεγάλωνε, μέχρι τη φορά, κοντά εκεί στην εφηβεία, που ένα από τα αρχοντόπουλα με τα οποία έπαιζε στις ατέλειωτες αλέες του παλατιού, σταμάτησε να της κάνει παρέα, γιατί λέει δεν ήταν αγόρι και γι αυτό δε τη συμπαθούσε και τόσο. Η Στελλίνα -έτσι λέγανε τη μικρή μας πριγκιπέσα- στεναχωρήθηκε πολύ και για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε φόβο: το φόβο της εγκατάλειψης.

photo by miss embe sketches

Κάθισε σε μια πλατιά πέτρα, χωρίς καν να σκεφτεί τους καλούς της τρόπους και το γεγονός ότι το δαντελένιο της φορεματάκι θα καταστρέφονταν, και αναλύθηκε σε σιωπηλούς λυγμούς. Και τότε, της φάνηκε πως μια τόση δα στρόγγυλη πετρούλα, δίπλα στα πόδια της, σα να ράγισε. -κρααααακ! και από μέσα της ξεπετάχτηκε ένα μικρούλι δρακάκι, σαν μπιμπελό.
Χάρηκε η Στελλίνα και ξέχασε το λόγο για τον οποίο έκλαιγε. Χαμογέλασε και πήρε το δρακάκι στα χέρια της. Το φρόντισε και κατά έναν περίεργο τρόπο έγιναν αχώριστοι. Μεγάλωνε η πριγκίπισσα, μεγάλωνε και το δρακάκι, αλλά όχι όπως μεγαλώνουν τα παιδάκια και τα ζωάκια: μεγάλωνε με έναν περίεργο τρόπο, κάθε φορά που σκέψεις σκοτεινές και φόβοι σαν εκείνους τους πρώτους φώλιαζαν στην καρδιά της μικρής του κυρίας. Εκείνη όμως δεν το πρόσεξε ποτέ... άλλωστε, είναι φυσιολογικό να μεγαλώνει ένας δράκος, για πόσο θα παραμείνει τοσοδούλης; 
Παρά τις απογοητεύσεις -δεν ήταν και λίγες άλλωστε-  περίμενε πάντα τον πρίγκηπα που θα την έπαιρνε μακριά, σε μια ονειρεμένη ζωή. Κάθε φορά όμως που πληγωνόταν πήγαινε στην αγαπημένη της κρυψώνα, εκεί που γνώρισε το μικρό της κατοικίδιο, και έκλαιγε. και τα δάκρυά της, μόλις έπεφταν στη γη, μεταμορφώνονταν σε τετράγωνες πέτρες, που αστραποβολούσαν κάτω από το φως του ήλιου.
Μια μέρα ο πατέρας της ανακάλυψε όλο το σωρό από τα πετρωμένα δάκρυα της μονάκριβης θυγατέρας του, και θαμπωμένος από την εξαιρετική ποιότητα και λάμψη τους, αποφάσισε να χτίσει ένα μικρό πύργο σ' εκείνο το σημείο. - Για να έρχεσαι όποτε θέλεις, κόρη μου, και να απολαμβάνεις την ησυχία... το ξέρω άλλωστε ότι σου αρέσει να κάθεσαι μονάχη ώρες - ώρες, βυθισμένη άλλοτε στις σκέψεις σου και άλλοτε σε ένα βιβλίο.
Έτσι κι έγινε. και ο λιλιπούτειος πύργος, δίπατος, έγινε το καταφύγιο της μικρής μας ηρωίδας. Όταν κατέφευγε σε αυτόν, άφηνε τον πιστό της δράκο στο ισόγειο, κι εκείνη ανέβαινε στο δώμα. Και σύντομα ζήτησε ευγενικά την άδεια από τον πατέρα της να τον χρησιμοποιεί πλέον σαν τη δική της κατοικία, μέχρι την ώρα που θα φύγει για το νέο βασίλειο καβάλα στο άσπρο άτι του γοητευτικού της συζύγου.
'Ελα μου όμως που ο χρόνος περνούσε και οι "πέτρες" πολλαπλασιάζονταν ολόγυρα, κι έτσι άρχισε μόνη της πλέον, για να περνάει την ώρα της, να τις τοποθετεί κυκλικά από τον πύργο της, σχηματίζοντας τοίχους και διαδρόμους δαιδαλώδεις. Και μαζί με τις πέτρες θέριευε μέσα της ο αρχικός της φόβος, και μαζί με το φόβο μεγάλωνε και ο δράκος, και έπιανε πια τον περισσότερο χώρο στο αστραφτερό περτοδάκρυνο παλατάκι. Ήρθαν καμπόσοι ξακουστοί γαλαζοαίματοι για να ζητήσουν το χέρι της Στελλίνας. Μα σαν αντίκριζαν το δράκο και τον κυκλικό λαβύρινθο, απελπισμένοι έφευγαν. 
Μια μέρα φάνηκε ένα παλικάρι και της είπε ότι θα την έκανε γυναίκα του, αν το ήθελε κι εκείνη. Άσπρο άλογο δεν είχε, ούτε γαλάζια μάτια, ούτε ξανθά μαλλιά. Ούτε όμως πρίγκηπας ήταν... κι όμως, κάτι επάνω του τον ξεχώριζε από όλους τους άντρες που είχε μέχρι τότε γνωρίσει. Στην αρχή δίστασε, αλλά αποφάσισε να τον αφήσει να προσπαθήσει -άλλωστε δεν είχε να χάσει και τίποτα, πέρα από μια ακόμη  απογοήτευση. Έβγαλε από τον κόρφο του ένα πύρινο στιλέτο και άρχισε μεθοδικά, ήρεμα, να χαράσσει ανάμεσα στις λαμπερές πέτρες. Και κάθε μια που χάραζε από όλες τι πλευρές της, μόλις ξεκολλούσε από τις υπόλοιπες γινόταν αμέσως μια στάλα δάκρυ, που την έπινε αχόρταγα η διψασμένη γη.
Χάρηκε η Στελλίνα, μόλις αντίκρισε ξανά το φως του ήλιου να παιχνιδίζει στα παράθυρα του πύργου της. Χάρηκε που είδε τον φίλο της ακούραστα και μεθοδικά να χαμηλώνει τα τείχη και να την πλησιάζει όλο και πιο πολύ. Χάρηκε που είχε έναν άνθρωπο να μιλάει για όλα όσα αγαπούσε - γιατί στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς της είχε διαβάσει άπειρα βιβλία, ήταν άλλωστε καλλιεργημένη, με αναζητήσεις και μεγάλη οξύνοια. Χάρηκε που είδε ότι οι στάλες που έπεφταν στη γη έκαναν να ξεφυτρώνουν πολύχρωμα άνθη και να ομορφαίνει η πλάση γύρω της... 
Μέχρι τη στιγμή που άκουσε έναν περίεργο ήχο, πρωτάκουστο, να βγαίνει από τα ρουθούνια του αγαπημένου της δράκου. Και σχεδόν ταυτόχρονα ένιωσε σαν να την διαπερνούσε ένα καυτό νυστέρι, εκεί στο στήθος της... 
- Σταμάτα!!, φώναξε. Σταμάτα! δεν βλέπεις ότι με πονάς; δε βλέπεις ότι σκοτώνεις τον μοναδικό μου φίλο, με τον οποίο έχουμε μεγαλώσει μαζί;
- Μα πρέπει να βγεις από το κάστρο σου, αλλιώς πώς γίνεται να είμαστε μαζί; και έχωσε το στιλέτο στη ρίζα του τοίχου, σε μια προσπάθεια να τον διαλύσει με μια μονάχα κίνηση.
- Σταμάτα, σου λέω! το κάστρο και ο τοίχος είμαι εγώ! είναι τα δάκρυά μου, η ζωή μου ολόκληρη. Πώς λες ότι μ'  αγαπάς και με πληγώνεις έτσι; Φύγε!
- Θα φύγω, αλλά όχι μόνος... έλα, πήδα από το παραθύρι σου, θα σε πιάσω και θα σε πάρω σε τόπο φωτεινό και χαρούμενο...
- Όχι, δεν έρχομαι! και να σταματήσεις αμέσως, σε παρακαλώ, να καταστρέφεις ότι σε τόσα χρόνια έχτισα. Ποιός είσαι, νομίζεις, που δε σέβεσαι όσα σεβάστηκαν τόσοι και τόσοι ευγενείς πρίγκηπες;
- Μα, καλή μου, αυτό που ποθεί η καρδιά σου δεν είναι να είμαστε μαζί; 
- Όχι! όχι χωρίς το κάστρο μου, χωρίς τον καλό μου δράκο. Φύγε, σου λέω, δε σε θέλω...
Ξέσπασε σε λυγμούς.... δυο κόσμοι πάλευαν αμείλικτα μέσα της, σε μια δίνη φωτιάς και απελπισίας. Και τότε όρμηξε ο δράκος και πέταξε το πύρινο στιλέτο μακριά.
- Φύγε, δεν σ' αγαπάω πια! 
Τα δάκρυά της έγιναν μαύρες γυαλιστερές πέτρες. Μερικά έπεσαν επάνω στον φιλόδοξο νέο. Αμέσως τον μεταμόρφωσαν σε πέτρινο άγαλμα, το οποίο φρόντισε και αυτό ο δράκος να πετάξει μακριά.

Τί απέγινε η Στελλίνα, κανείς από τότε δεν το ξέρει. Είπανε πως ο τοίχος πια είχε γίνει πιο ψηλός από το παλατάκι της... Ποιός ξέρει; ίσως να είναι ευτυχισμένη στη μοναξιά που η ίδια έχτισε γύρω της. Ίσως πάλι να αποφάσισε να βγει από τη λαμπερή φυλακή της και να ζει ευτυχισμένη μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η Ιστορία θα το δείξει άλλωστε, γιατί στην παραμυθοχώρα τίποτα δεν μένει κρυφό για πολύ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: