25.3.12

Κουβεντούλα με τον Σουρή


Χθες βράδι, καθώς περπατούσα στο Σύνταγμα, ένιωσα ακόμα μια φορά την αξιοπρέπειά μου ως Έλληνα Πολίτη να τσαλακωνεται βάναυσα από τα σιδηροπαραπετάσματα που έστησε το "Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη" για να αντιμετωπίσει "επιχειρησιακά" (πολεμικός όρος, μη γελιόμαστε) τους πολίτες που θα τολμήσουν να "απειλήσουν" την ακεραιότητα των πολιτικών. Το έιχα διαβάσει νωρίτερα και δεν το πίστευα: «Σε όλο το μήκος της παρέλασης θα υπάρχουν αστυνομικοί και εκατοντάδες κάγκελα με τους πολίτες να απαγορεύεται να τα περάσουν, με την εντολή στους αστυνομικούς να είναι σαφής, να συνεχιστεί δηλαδή με κάθε τρόπο η παρέλαση και να προστατευθούν οι επίσημοι. Κοινώς η εντολή θα είναι μηδενική ανοχή και έχει δοθεί το πράσινο φως για χρήση δακρυγόνων και κλομπ.» (κλικ).

Τί ειρωνία... δίπλα στο σημείο που θα γίνει η παρέλαση, ένα βήμα από τη Βουλή, βρίσκεται η προτομή του Σουρή... Άγνωστο αν πρόκειται για τραγική ειρωνία των πολιτικών που κάποια στιγμή αποφάσισαν να "τιμήσουν" τον συγκεκριμένο ποιητή - σύμβολο και καταπέλτη ενάντια στην πολιτική διαφθορά. Μπορεί και να πρόκειται για ξεδιάντροπο χλευασμό των πολιτών - σα να μας λένε, "δεν πα να φωνάζετε, εμείς θα συνεχίσουμε να ασχημονούμε".... 


Το μόνο προφανές είναι ότι ο μπαρμά-Σουρής έχει γυρισμένη την πλάτη στη Βουλή, κοιτάζει και απευθύνεται στον απλό κόσμο, όπως έκανε άλλωστε και όσο ζούσε.
Τον χαιρέτισα, όπως πάντα, με σεβασμό. Ένας αναστεναγμός βγήκε από τα στήθη μου: - Πώς τα βλέπεις τα πράγματα, μπαρμπα-Σουρή;

Το πιστεύετε δεν το πιστεύετε, μου απάντησε: 


« Αχ, Θέ μου, τί μαρτύριο
που να μην έχω χέρια
νεράντζια θα επέταγα
στ' αυριανά ασκέρια!

Τον γλύπτη θα εβάραγα
που μ' έστησ' εδώ πέρα
να βλέπω τα καμώματα
του κάθε εθνοπατέρα.

Εφώναζα ο άμοιρος
μα ήτανε στο βρόντο
κι ακόμα ο πολιτικός
τον νέμεται τον τόπο.

Όταν οι κυβερνήτες πια
φοβούνται μια πορεία,
να το γνωρίζετε παιδιά
πως ζείτε Τυρρανία.

Και αν δε με πιστεύετε
ανοίξτε τα βιβλία
ο Θουκυδίδης τά 'λεγε
σαν έγραφ' Ιστορία.

Σήμερα που γιορτάζουμε
Εθνεγερσίας μνήμη
καιρός να ομοιάσουμε
την των προγόνων πύγμη.

Εμπρός, φωνάξτε με καρδιά
"Κάλλιο ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
παρά τη σύγχρονη σκλαβιά,
την απαιχθή δουλεία". »

21.3.12

Σοκολάτα



Χτες βράδι ονειρεύτηκα ένα μέρος μαγικό...
ήμουνα λέει σε ένα δάσος, πανέμορφο,
και όπως περπατούσα, νά σου ένα ξέφωτο προβάλλει.
Στη μέση του ήταν μια λινη ήρεμη, αστραφτερή
και όπως έμεινα ν' αποθαυμάζω το φεγγάρι
που καθρεφτίζονταν επάνω στην κρυστάλλινη επιφάνειά της,
μια σκοτεινή μορφή ξεπρόβαλλε...

Όχι, δεν φοβήθηκα!
ήτανε σκοτεινή, όπως και η λίμνη - τότε το κατάλαβα-
ήταν μια λίμνη από ατόφια σοκολάτα
και η μορφή δεν ήτανε παρά η νεράιδα, η ψυχή της λίμνης...
Επάνω στο κορμί της ρυάκια κυλούσε η ζεστή, γλυκιά μάζα
και κάλυπτε την γύμνια της.

Έμεινα άναυδος, θαυμάζοντας την ομορφιά της
-πιο τέλειο πλάσμα δεν υπάρχει-
και μεθυσμένος από το άρωμα που αναδύονταν
άκουσα αχνά να με καλεί:
- Πλησίασε, και μη διστάζεις...
διώξε κάθε έγνοια απ' το μυαλό σου, κάθε θλίψη...

Και σαν δοκίμασα από τα δάχτυλά της
τις στάλες που πλημμύρισαν το στόμα μου,
λησμόνησα τα πάντα....
ο χώρος, ο χρόνος, τα πράγματα χαθήκανε.
Ήμουν εγώ κι η σοκολάτα,
παντοτινή αγάπη
και πιστή.


17.3.12

Οι γέφυρες δεν είναι πάντα από πέτρα



Λυσσομανούσε στο πεδίο ο βοριάς
κι εκείνη, ανέμελη,
μ'ενα λεπτό φορεματάκι
λικνίζονταν ανάμεσα στα στάχυα
που κυμματίζανε σαν θάλασσα χρυσή
ως πέρα, στον ορίζοντα.

Με στήθος φουσκωμένο απ' τον αέρα
σαν να μην ένιωθε ούτε κρύο, ούτε βροχή
-η Περσεφόνη νά 'τανε; η μάνα της, η Δήμητρα;-
από άλλο κόσμο πάντως ήταν, δε μπορεί
με τ' ακροδάχτυλά της μπούκλες έκανε
στα μακρυά μαλλιά της
που στέκονταν, μες στο χαμό,
ασάλευτες
σαν να 'χε νηνεμία.

Κι όπου πατούσε με τα πόδια της,
κι ότι άγγιζε με το κορμί της,
κι όπου άπλωνε τα χέρια της,
με μιας γαλήνευε
και η ήρεμη λίμνη γύρω της μεγάλωνε
κι o αέρας σταματούσε...

Ξάφνου,
κάτω απ' το κύμα το χρυσό,
κάτι παράξενο, μία σκιά προβάλλει.
ένα πετούμενο, αβοήθητο,
τραυματισμένο...

Το σήκωσε, το έψαξε,
και με μια κίνηση απαλή
το καθησύχασε.
Εκείνο πάλι, μόλις το άγγιξε
ρίγος να το περνάει πέρα ως πέρα
ένιωσε και δύναμη,
που μέχρι πριν δεν είχε.

Ψηλά τα χέρια σήκωσε,
κόντρα στον άνεμο,
και το αγριοπερίστερο
άπλωσε τα φτερά
και σύντομα
εξαφανίστηκε στα σύννεφα.

Μα πριν προλάβει να κυλήσει ένα δάκρυ
-όχι, δεν πρόλαβε-
ο ουρανός καθάρισε
και το είδε πάλι, δίπλα της
να φτερουγίζει
σα να 'θελε να τη σηκώσει
πάνω στα γκρίζα του φτερά
και να την ταξιδέψει...


Ποιός άραγε αφελής είπε
πως τάχα μόνο τα όμοια ταιριάζουν;

13.3.12

Θέλει αρετή (και τόλμη) η δημοκρατία

Τα τελευταία χρόνια δεν παρακολουθώ τα δελτία ειδήσεων, και κυρίως αυτά της τηλεόρασης. Λες και έχουν βαλθεί να μας πείσουν ότι είμαστε ανόητοι, δίχως κρίση, χωρίς λογική, μας πλασσάρουν καθημερινά την τρομοκρατία της καταστροφολογίας εξυπηρετώντας ουσιαστικά την κυρίαρχη κατά τον Μεσαίωνα πρακτική της κυριαρχίας επί των μαζών μέσα από την καλλιέργεια και διαχείριση του φόβου.
Αρνούμενος να υποτιμήσω τόσο πολύ τη νοημοσύνη και την αξιοπρέπειά μου, προτιμώ να ενημερώνομαι από περισσότερο αξιόπιστες - κατά την κρίση μου- πηγές, αλλά και να διαβάζω πράγματα ενδιαφέροντα, παλιά και καινούρια. Σε μια τέτοια περιπλάνηση στάθηκα για ακόμα μια φορά στον  Μοντεσκιέ (1689-1755). Το πλέον γνωστό έργο του με τίτλο «Το Πνεύμα των Νόμων», αποτέλεσε καινοτομία για την εποχή του, αλλά και την βάση της φιλοσοφίας του φιλελευθερισμού. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός απέχει παρασάγκας από αυτό που έθεσε ως βάση η λογική του διάσημου Γάλλου φιλοσόφου: αντί να εφαρμόζει τις αρχές, μάλλον επαληθεύει τον συγγραφέα, ο οποίος δεν δίστασε να περιγράψει το μέλλον μιας άναρχης δημοκρατίας.


«Οι πολιτικοί της αρχαίας Ελλάδας, που ζούσαν στο δημοκρατικό πολίτευμα, αναγνώριζαν την αρετή* σαν τη μοναδική δύναμη η οποία μπορούσε να το υποστηρίξει. Οι σημερινοί πολιτικοί δε μιλάνε για τίποτε άλλο παρά για τα εργοστάσια, το εμπόριο, την οικονομία, τον πλούτο κι επίσης για την πολυτέλεια.
Όταν τούτη η αρετή πάψει να υπάρχει, τότε η φιλοδοξία εισέρχεται στις καρδιές εκείνων που μπορούν να αποκτήσουν την εξουσία, και η πλεονεξία καταλαμβάνει τους πάντες. Οι επιθυμίες αλλάζουν και τους σκοπούς: εκείνο που αγαπούσαν δεν το αγαπάνε πια· ήταν ελεύθεροι με τους νόμους, τώρα θέλουν να είναι ελεύθεροι ενάντια στους νόμους· ο κάθε πολίτης μοιάζει με σκλάβο που δραπέτευσε από το σπίτι του αφέντη του· εκείνο που ήταν μέγιστο, το αποκαλούν ακαμψία· αυτό που αποτελούσε κανόνα το ονομάζουν βάσανο· εκείνο που ήταν μέριμνα το θεωρούν απειλή. 
Και είναι η πλεονεξία αυτή που οδηγεί στη λιτότητα, και όχι η επιθυμία των αγαθών. Τα αγαθά των πολιτών στο παρελθόν αποτελούσαν τον δημόσιο θησαυρό: όμως ο δημόσιος θησαυρός γίνεται πλέον κληρονομιά των εκλεκτών. Η δημοκρατία καταλήγει κουφάρι: και η δύναμη είναι πλέον το θέλημα των ολίγων και η απείθεια όλων.»

Montesquieu, De l'Esprit des Lois, L.III, ch. III 
(απόδοση από τα Γαλλικά)

___________
* ...αυτό που ονομάζω αρετή στη δημοκρατία, είναι η αγάπη για την πατρίδα, δηλαδή αγάπη για την ισότητα. Δεν αποτελεί δηλαδή μια αρετή ηθική, ούτε χριστιανική: είναι η πολιτική αρετή, η οποία αποτελεί το ελατήριο που κινεί τη δημοκρατία, όπως η τιμή είναι το ελατήριο που κινεί τη μοναρχία. (από την Εισαγωγή του έργου)

11.3.12

Καράβι....

Καράβι το είναι μας
που ταξιδεύει στης ζωής το πέλαγος
την πίστη έχει για κουπιά
την αναζήτηση της ευτυχίας για πηδάλιο
στα ξάρτια κρέμεται η ελπίδα
που φουσκώνει απ΄ της αγάπης την πνοή.
Ανήσυχο από την άγνοια του προορισμού,
ακούραστο από τις θύελλες της κάθε συγκυρίας
αλλά και την απόγνωση που φέρνει η νηνεμία,
όσο κρατά στην επιφάνεια
ταξιδεύει…

Ούτε οι νύχτες οι υγρές, ούτε οι φουρτούνες,
ούτε τα αιμοβόρα κήτη της αβύσσου,
ούτε η καυτή η ξηρασία το τρομάζουν
όσο η απουσία μια μικρής έστω βαρκούλας
που έβαλε πλώρη και ταξιδεύει πλάι του,
που έχει τη δύναμη να βοηθήσει, έστω και λίγο,
όταν θεριέψουν οι αντίξοες συνθήκες
που μάρτυρας θα είναι, αν ναυαγήσει,
της ύπαρξής του μα και του αγώνα του
πριν καταλήξει στον υγρό του τάφο…

(21-4-2005)



5.3.12

Η Στελλίνα, ο δράκος και το πύρινο στιλέτο

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια πολύ όμορφη και χαριτωμένη πριγκίπισσα. Από μικρή απολάμβανε τις ομορφιές του παλατιού και του αχανούς κήπου που το περιέβαλλε και ονειρευόταν τη στιγμή που ο ξανθός πρίγκηπας πάνω στο άσπρο του άτι θα 'ρχόταν να τη ζητήσει  και θα ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
Έτσι μεγάλωνε, μέχρι τη φορά, κοντά εκεί στην εφηβεία, που ένα από τα αρχοντόπουλα με τα οποία έπαιζε στις ατέλειωτες αλέες του παλατιού, σταμάτησε να της κάνει παρέα, γιατί λέει δεν ήταν αγόρι και γι αυτό δε τη συμπαθούσε και τόσο. Η Στελλίνα -έτσι λέγανε τη μικρή μας πριγκιπέσα- στεναχωρήθηκε πολύ και για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε φόβο: το φόβο της εγκατάλειψης.

photo by miss embe sketches

Κάθισε σε μια πλατιά πέτρα, χωρίς καν να σκεφτεί τους καλούς της τρόπους και το γεγονός ότι το δαντελένιο της φορεματάκι θα καταστρέφονταν, και αναλύθηκε σε σιωπηλούς λυγμούς. Και τότε, της φάνηκε πως μια τόση δα στρόγγυλη πετρούλα, δίπλα στα πόδια της, σα να ράγισε. -κρααααακ! και από μέσα της ξεπετάχτηκε ένα μικρούλι δρακάκι, σαν μπιμπελό.
Χάρηκε η Στελλίνα και ξέχασε το λόγο για τον οποίο έκλαιγε. Χαμογέλασε και πήρε το δρακάκι στα χέρια της. Το φρόντισε και κατά έναν περίεργο τρόπο έγιναν αχώριστοι. Μεγάλωνε η πριγκίπισσα, μεγάλωνε και το δρακάκι, αλλά όχι όπως μεγαλώνουν τα παιδάκια και τα ζωάκια: μεγάλωνε με έναν περίεργο τρόπο, κάθε φορά που σκέψεις σκοτεινές και φόβοι σαν εκείνους τους πρώτους φώλιαζαν στην καρδιά της μικρής του κυρίας. Εκείνη όμως δεν το πρόσεξε ποτέ... άλλωστε, είναι φυσιολογικό να μεγαλώνει ένας δράκος, για πόσο θα παραμείνει τοσοδούλης; 
Παρά τις απογοητεύσεις -δεν ήταν και λίγες άλλωστε-  περίμενε πάντα τον πρίγκηπα που θα την έπαιρνε μακριά, σε μια ονειρεμένη ζωή. Κάθε φορά όμως που πληγωνόταν πήγαινε στην αγαπημένη της κρυψώνα, εκεί που γνώρισε το μικρό της κατοικίδιο, και έκλαιγε. και τα δάκρυά της, μόλις έπεφταν στη γη, μεταμορφώνονταν σε τετράγωνες πέτρες, που αστραποβολούσαν κάτω από το φως του ήλιου.
Μια μέρα ο πατέρας της ανακάλυψε όλο το σωρό από τα πετρωμένα δάκρυα της μονάκριβης θυγατέρας του, και θαμπωμένος από την εξαιρετική ποιότητα και λάμψη τους, αποφάσισε να χτίσει ένα μικρό πύργο σ' εκείνο το σημείο. - Για να έρχεσαι όποτε θέλεις, κόρη μου, και να απολαμβάνεις την ησυχία... το ξέρω άλλωστε ότι σου αρέσει να κάθεσαι μονάχη ώρες - ώρες, βυθισμένη άλλοτε στις σκέψεις σου και άλλοτε σε ένα βιβλίο.
Έτσι κι έγινε. και ο λιλιπούτειος πύργος, δίπατος, έγινε το καταφύγιο της μικρής μας ηρωίδας. Όταν κατέφευγε σε αυτόν, άφηνε τον πιστό της δράκο στο ισόγειο, κι εκείνη ανέβαινε στο δώμα. Και σύντομα ζήτησε ευγενικά την άδεια από τον πατέρα της να τον χρησιμοποιεί πλέον σαν τη δική της κατοικία, μέχρι την ώρα που θα φύγει για το νέο βασίλειο καβάλα στο άσπρο άτι του γοητευτικού της συζύγου.
'Ελα μου όμως που ο χρόνος περνούσε και οι "πέτρες" πολλαπλασιάζονταν ολόγυρα, κι έτσι άρχισε μόνη της πλέον, για να περνάει την ώρα της, να τις τοποθετεί κυκλικά από τον πύργο της, σχηματίζοντας τοίχους και διαδρόμους δαιδαλώδεις. Και μαζί με τις πέτρες θέριευε μέσα της ο αρχικός της φόβος, και μαζί με το φόβο μεγάλωνε και ο δράκος, και έπιανε πια τον περισσότερο χώρο στο αστραφτερό περτοδάκρυνο παλατάκι. Ήρθαν καμπόσοι ξακουστοί γαλαζοαίματοι για να ζητήσουν το χέρι της Στελλίνας. Μα σαν αντίκριζαν το δράκο και τον κυκλικό λαβύρινθο, απελπισμένοι έφευγαν. 
Μια μέρα φάνηκε ένα παλικάρι και της είπε ότι θα την έκανε γυναίκα του, αν το ήθελε κι εκείνη. Άσπρο άλογο δεν είχε, ούτε γαλάζια μάτια, ούτε ξανθά μαλλιά. Ούτε όμως πρίγκηπας ήταν... κι όμως, κάτι επάνω του τον ξεχώριζε από όλους τους άντρες που είχε μέχρι τότε γνωρίσει. Στην αρχή δίστασε, αλλά αποφάσισε να τον αφήσει να προσπαθήσει -άλλωστε δεν είχε να χάσει και τίποτα, πέρα από μια ακόμη  απογοήτευση. Έβγαλε από τον κόρφο του ένα πύρινο στιλέτο και άρχισε μεθοδικά, ήρεμα, να χαράσσει ανάμεσα στις λαμπερές πέτρες. Και κάθε μια που χάραζε από όλες τι πλευρές της, μόλις ξεκολλούσε από τις υπόλοιπες γινόταν αμέσως μια στάλα δάκρυ, που την έπινε αχόρταγα η διψασμένη γη.
Χάρηκε η Στελλίνα, μόλις αντίκρισε ξανά το φως του ήλιου να παιχνιδίζει στα παράθυρα του πύργου της. Χάρηκε που είδε τον φίλο της ακούραστα και μεθοδικά να χαμηλώνει τα τείχη και να την πλησιάζει όλο και πιο πολύ. Χάρηκε που είχε έναν άνθρωπο να μιλάει για όλα όσα αγαπούσε - γιατί στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς της είχε διαβάσει άπειρα βιβλία, ήταν άλλωστε καλλιεργημένη, με αναζητήσεις και μεγάλη οξύνοια. Χάρηκε που είδε ότι οι στάλες που έπεφταν στη γη έκαναν να ξεφυτρώνουν πολύχρωμα άνθη και να ομορφαίνει η πλάση γύρω της... 
Μέχρι τη στιγμή που άκουσε έναν περίεργο ήχο, πρωτάκουστο, να βγαίνει από τα ρουθούνια του αγαπημένου της δράκου. Και σχεδόν ταυτόχρονα ένιωσε σαν να την διαπερνούσε ένα καυτό νυστέρι, εκεί στο στήθος της... 
- Σταμάτα!!, φώναξε. Σταμάτα! δεν βλέπεις ότι με πονάς; δε βλέπεις ότι σκοτώνεις τον μοναδικό μου φίλο, με τον οποίο έχουμε μεγαλώσει μαζί;
- Μα πρέπει να βγεις από το κάστρο σου, αλλιώς πώς γίνεται να είμαστε μαζί; και έχωσε το στιλέτο στη ρίζα του τοίχου, σε μια προσπάθεια να τον διαλύσει με μια μονάχα κίνηση.
- Σταμάτα, σου λέω! το κάστρο και ο τοίχος είμαι εγώ! είναι τα δάκρυά μου, η ζωή μου ολόκληρη. Πώς λες ότι μ'  αγαπάς και με πληγώνεις έτσι; Φύγε!
- Θα φύγω, αλλά όχι μόνος... έλα, πήδα από το παραθύρι σου, θα σε πιάσω και θα σε πάρω σε τόπο φωτεινό και χαρούμενο...
- Όχι, δεν έρχομαι! και να σταματήσεις αμέσως, σε παρακαλώ, να καταστρέφεις ότι σε τόσα χρόνια έχτισα. Ποιός είσαι, νομίζεις, που δε σέβεσαι όσα σεβάστηκαν τόσοι και τόσοι ευγενείς πρίγκηπες;
- Μα, καλή μου, αυτό που ποθεί η καρδιά σου δεν είναι να είμαστε μαζί; 
- Όχι! όχι χωρίς το κάστρο μου, χωρίς τον καλό μου δράκο. Φύγε, σου λέω, δε σε θέλω...
Ξέσπασε σε λυγμούς.... δυο κόσμοι πάλευαν αμείλικτα μέσα της, σε μια δίνη φωτιάς και απελπισίας. Και τότε όρμηξε ο δράκος και πέταξε το πύρινο στιλέτο μακριά.
- Φύγε, δεν σ' αγαπάω πια! 
Τα δάκρυά της έγιναν μαύρες γυαλιστερές πέτρες. Μερικά έπεσαν επάνω στον φιλόδοξο νέο. Αμέσως τον μεταμόρφωσαν σε πέτρινο άγαλμα, το οποίο φρόντισε και αυτό ο δράκος να πετάξει μακριά.

Τί απέγινε η Στελλίνα, κανείς από τότε δεν το ξέρει. Είπανε πως ο τοίχος πια είχε γίνει πιο ψηλός από το παλατάκι της... Ποιός ξέρει; ίσως να είναι ευτυχισμένη στη μοναξιά που η ίδια έχτισε γύρω της. Ίσως πάλι να αποφάσισε να βγει από τη λαμπερή φυλακή της και να ζει ευτυχισμένη μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η Ιστορία θα το δείξει άλλωστε, γιατί στην παραμυθοχώρα τίποτα δεν μένει κρυφό για πολύ...