22.12.11

Kι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ...


"...  ότι δεν έχουν τη δύναμη ν' αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να βάζεις με το νου σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ' την ανάποδη, χρειάζεται να 'σαι σκληρός. Ή μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα στις ομορφιές μας η φύση; Ή ζητάει τα αδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό της, χωρίς να αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποδάρδι μας; Αυτό είναι. Το 'νιωσα δυνατά στον πόλεμο, πάνω στην υποχώρηση του '41, μέσα στο φούντωμα της άνοιξης, όταν έδινα βουτιά στα ριζά των ολάνθιστων σύδεντρων για να καλυφθώ από τα γερμανικά στούκας. Με το μάγουλο στο υγρό χώμα ζητούσα βοήθεια, συμπόνοια, προστασία, να μου ψιθυρίσουν αυτά τα μπουμπουκιασμένα κλωνιά έναν παρήγορο λόγο. Τίποτε. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να μου υποβάλλουν το "αιώνιο" που είχαν ταχθεί να αντιπροσωπεύουν.
Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ' αδύνατα.
Ω, και να μπορούσανε, λέει, και τα οργανωμένα κράτη να οργανώσουνε μια δημόσια ζωή με νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια διαταγή του Υπουργού Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες των συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς. Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιοτητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο.
Κοντολογίας, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουν για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις ημέρες μας, αλλά από το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.
Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις  κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ' ένα ιδιότυπο κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;
Κουράστηκα να τα λέω. Θα 'θελα να μην είχα πια τίποτα να πω, αλλά πώς, που νιώθω να 'μαι ακόμα γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων... Τα μωβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μού κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πώς όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου;
Έτσι και τ' αδειάσω, έσβησα."

Οδυσσέας Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, εκδ. Ίκαρος, Μάιος 1990.

Δεν υπάρχουν σχόλια: