19.12.10

Χριστούγεννα ποθώ

Χριστούγεννα και πάλι,
φώτα, γλυκά και δώρα.
Στη φάτνη Σου και πάλι μόνος θα βρεθείς,
λίγο σανό για ζεστασιά, δυο ζώα και ποιμένες.
Κι εμείς; «περί πολλά» να μεριμνάμε
«το έξωθεν του ποτηρίου» να στολίζουμε
και να ευχόμαστε με λόγια χιλιοειπωμένα
που έχουν χάσει πια το χρώμα τους
γιατί η ζωντάνια τους βρισκόταν στο εντός.

Χριστούγεννα και πάλι.
Τη μοναξιά του κόσμου γεύτηκες,
κι εμείς πιο μόνοι από ποτέ
να προσπαθούμε να γελάσουμε την άδεια μας καρδιά
με πράγματα ανούσια,
που σαν περάσουν οι στιγμές οι λίγες της χαράς
αφήνουν πίσω τους πιο έντονη την πίκρα,
το στόμα πιο στεγνό
και το κενό πιο μαύρο, πιο βαθύ.

Χριστούγεννα και πάλι.
Θέλω να πλησιάσω –δεν ξέρω αν μπορώ-
να ζεσταθώ από τη θεϊκή Σου απλότητα,
γιατί απλός δεν είναι πια ο κόσμος,
φροντίσαμε με υποκρισία κι εγωισμό να τον νοθεύσουμε.
Θα με δεχτείς νυχτερινέ, Μεγάλε Επισκέπτη;
Θα βρω ποτέ την δύναμη να Σε δεχτώ;
η πήλινη καρδιά μου ράγισε
πού να Σε χωρέσω, άπειρη Αγάπη;

Χριστούγεννα και πάλι.
Στης μοναξιάς τις ατραπούς περιπλανιέμαι
χωρίς σκοπό, με τσακισμένα οράματα
μάταια αναζητώ ποιο σταυροδρόμι λάθος πήρα,
τον χρόνο πίσω να γυρίσω δεν μπορώ.
Κι αν στο σκοτάδι γύρω μου το άστρο Σου λάμπει
θαρρώ ότι και πάλι μόνος θα βρεθώ
να το κοιτώ, αλλά στη θέση μου να μένω
γιατί το ξέρω πως κι εγώ σ΄ έχω πληγώσει

Χριστούγεννα και πάλι.
Το θαύμα Σου μου μένει μοναχά
-το ελπιδοφόρο ξάφνιασμα της Άκρας Σου Ταπείνωσης,
της Γέννησής Σου προκειμένου να πεθάνεις-
μήπως μπορέσω από τον Άδη της καρδιάς μου να σωθώ.
Μη με αφήσεις να σε χάσω κι ετούτη τη φορά
φτάνει η μοναξιά, ο πόνος και το δάκρυ.
Εσύ, πού σήκωσες επάνω στο σταυρό του κόσμου την κατάρα
δώσ΄ μου και πάλι τη χαρά, μια σπίθα, την ελπίδα…


(22-12-2004)

Μας τέλειωσαν τα σπίρτα





Στο κλασικό παραμύθι Το κορίτσι με τα σπίρτα, η φτωχή ηρωίδα δεν κερδίζει απλά τη συμπάθειά μας για την δυστυχία, την παγωνιά και τη μοναξιά στην οποία είναι βυθισμένη. Με έναν αδιόρατο τρόπο καταφέρνει να δραπετεύσει -την ύστατη στιγμή- από κάθε θλίψη και να φτερουγίσει ευτυχισμένη, σαν αγγελούδι, στον ουρανό.

Γιατί, όσο κι αν ο κόσμος την πονά και την σκοτώνει, διατηρεί το δικαίωμα στο όνειρο! Τα σπίρτα πυροδοτούν την απόδραση και αναθερμαίνουν την ελπίδα, άσχετα από το θλιβερό τέλος της ιστορίας. Και το δικαίωμα στο όνειρο, το δικαίωμα στη χαρά, το δικαίωμα στη θαλπωρή των αγαπημένων προσώπων, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να το στερεί από κανένα,πόσο μάλλον από τα μικρά και αθώα παιδιά, τα οποία δεν ευθύνονται για τον κόσμο στον οποίο τα αναγκάζουμε να ζούνε. Ούτε για τη φτώχεια, ούτε για το ψέμα, ούτε για οποιαδήποτε θλίψη, ούτε, προπάντων, για τη δική μας υποκρισία και αναλγησία.

Τα παιδιά όμως, σε αντίθεση μ' εμάς, τους "μεγάλους", έχουν την καταπληκτική ιδιότητα -προνόμιο θα το έλεγα- να ονειρεύονται αδιάλειπτα, να κατασκευάζουν κόσμους από τα ευτελή της καθημερινότητας, να βλέπουν κάστρα και δράκους και πρίγκηπες και να φτιάχνουν κόσμους όπου τιμωρούνται οι κακοί και βασιλεύει η ειρήνη. Γιατί τα παιδιά γνωρίζουν καλύτερα από εμάς το νόημα της δικαιοσύνης. Γιατί, όπως γράφει κάπου ο Coelho, δεν έχουν παρελθόν και δεν δίνουν τόση δα μεγάλη σημασία σε αυτό: σε αυτά ανήκει το μέλλον, και το παίρνουν αξιωματικά, ακόμα και όταν δεν ασχολούνται με τίποτα άλλο από το παιχνίδι.

Εμείς έχουμε πάψει προ πολλού να είμαστε παιδιά. Έχουμε πάψει να ονειρευόμαστε τους δικούς μας, φανταστικούς κόσμους, και να προσπαθούμε να τους κάνουμε πράξη. Τα παιδικά όνειρα για δικαιοσύνη, αγάπη, για έναν τέλος πάντων καλύτερο κόσμο, αντικαταστάθηκαν από τις επιθυμίες για επαγγελματική ανέλιξη, κοινωνικό στάτους, συγκέντρωση αγαθών. Δηλαδή, μετατοπίσαμε το κέντρο βάρους από την κοινωνία στο Εγώ.

Στα χέρια του μικρού κοριτσιού η σύντομη λάμψη του κάθε σπίρτου έκανε τα θλιμμένα ματάκια του να λαμπυρίζουν από ευτυχία. Αρκούσε ένα "τσαφ", μια σπίθα, για να αλλάξει το σύμπαν γύρω του. Στα δικά μας χέρια, τα ψίχουλα της -περασμένης πια- ευημερίας έκαναν τα μάτια μας να γυαλίζουν από τη λάμψη της προσωπικής μας "επιτυχίας", μιας που μας έφερναν πιο κοντά στα θέλω μας.

Τώρα που μας τέλειωσαν τα σπίρτα, τώρα που το παραμύθι της "προόδου" καταρρέει και το κάθε Εγώ απογυμνώνεται, τουλάχιστον μπροστά στον καθρέφτη, πεθαίνουν -μοιραία- και τα δικά μας "όνειρα".

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα ίσως αποτελούσε την παραφωνία δυστυχίας στην παραμυθοχώρα των Χριστουγέννων... είχε όμως την ελπίδα, διατηρούσε το όνειρο της χαμένης ευτυχίας.
Σήμερα και τα όνειρα είναι πλέον απαγορευμένα... μη πω επικίνδυνα!

Κι όμως, το μέλλον ανήκει στα παιδιά...



[Σκέψεις με αφορμή το ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ της φίλης Πέγκυ, την οποία ευχαριστώ για το ερέθισμα.]
Προέλευση φωτογραφίας: http://paidikh-fwlia.blogspot.com/2009/11/blog-post_27.html

17.12.10

Ο Αη-Βασίλης και ο Μπόμπ ο μάστορας

Τούτες τις μέρες η (κάθε) πόλη έχει βάλει τα γιορτινά της. Μια ανάσα ελπίδας και χαράς, μια έστω νοερή απόδραση από τα καθημερινά βασανάκια και τις έγνοιες. Περπατάς στους δρόμους και ξεχνιέσαι, χαζεύοντας στις βιτρίνες στολίδια, δωράκια, λαμπιόνια, όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν το -καταναλωτικό- "πνεύμα των Χριστουγέννων". Αναπολείς μνήμες, ελπίδες, ευχές, επιθυμίες, την χαμένη προ πολλού ανεμελιά της παιδικής ηλικίας και την ζεστασιά της ανθρώπινης επικοινωνίας, η οποία τελεί πλέον είδος υπό εξαφάνιση.
Κι εκεί που όλα μοιάζουν ονειρικά, δίπλα ακριβώς σε μια βιτρίνα με νεράιδες, ξωτικά και άλλα τέτοια παραμυθένια μικροαντικείμενα, αντικρίζεις αυτό:


Χαστούκι να το πω; σβουριχτή σφαλιάρα; 

Καλά, χριστιανέ μου, ποιος σου είπε ότι θέλω να μου φέρει ο Αη-Βασίλης μαστόρους στο σπίτι μου, και μάλιστα Χριστουγεννιάτικα;

Τί έκανα, Θέ μου, και με τιμωρείς τόσο βάναυσα;
Αυτό δεν είναι πολιτισμικό σοκ, ξεπερνά κάθε επίπεδο κακογουστιάς.

Πόσο κιτς να αντέξει κανείς; πόσο;

16.12.10

Μήπως τελικά το κράτος έχει χαθεί;

Ἐπεσε πριν κάτι μήνες στα χέρια μου μια από τις πρώτες εκδόσεις ενός δοκιμίου παλαιού μεν, αλλά που θεωρείται ως ένας από τους θεμέλιους λίθους της σύγχρονης Δημοκρατίας, Το πνεύμα των Νόμων του Μοντεσκιέ, και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να το ξεφυλλίσω. Ένα σημείο του στροβιλίζεται όλον αυτό τον καιρό στο μυαλό μου, με αφορμή τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, και δυστυχώς έχουν εισβάλλει βίαια στην καθημερινότητά μας ακόμα και στο σπίτι μας. Μεταφράζω από το πρωτότυπο:





« Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι ο μονάρχης που σταματά να εφαρμόζει τους νόμους, είτε εξαιτίας ενός κακού Συμβουλίου είτε από δική του άρνηση, μπορεί εύκολα να επιδιορθώσει τη ζημιά: δεν έχει, παρά να αντικαταστήσει το συμβούλιο, ή να διορθώσει ο ίδιος την άρνησή του. Όταν όμως σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα οι νόμοι έχουν πάψει να εκτελούνται, επειδή αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο εξαιτίας της διαφθοράς της Δημοκρατίας, τότε το κράτος έχει ήδη χαθεί. »



Έπειτα από μια τόσο αφοριστική διαπίστωση, και με δεδομένο ότι εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα οι νόμοι υπάρχουν για να παραβιάζονται ή να μην εφαρμόζονται, ειλικρινά αναρωτιέμαι:
Πώς όλοι αυτοί που οδήγησαν την πατρίδα μου στην καταστροφή -όλοι ανεξαιρέτως παρατάξεων- έχουν το θράσος να προβάλλουν τους εαυτούς τους ως σωτήρες;