23.1.16

Αλαμπουρνέζικα, η γλώσσα των κουλτουριάρηδων


Αλαμπουρνέζικα, η γλώσσα των κουλτουριάρηδων

Γράφει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. 

Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ’ όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση. Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.
Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας». Μ’ ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»; Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση; Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…».

21.8.15

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΖΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΜΕ ΨΩΜΙ


Η γενιά του '40 πολέμησε για το υπέρτατο αγαθό, την ελευθερία, υπέμεινε τις σφαγές των κατακτητών και την πείνα που θέριζε μικρούς και μεγάλους. Η αμέσως επόμενη, γεννημένη μέσα στη φτώχεια που άφησαν τα αποκαΐδια του πολέμου και επιδείνωσε ο εμφύλιος, μεγάλωσε με την αγωνία να γεμίσει το άδειο της στομάχι. Ξυπόλητα πηγαίναν τα παιδιά στο σχολειό, με τη σκέψη σαν μεγαλώσουν «να πιάσουν την καλή». Και μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι τα κατάφεραν, μιας που οι προγενέστερες συμφορές είχαν αποδεκατίσει τον πληθυσμό με αποτέλεσμα οι θέσεις εργασίας (και της εξουσίας σε κάθε επίπεδο) να είναι κενές. Αυτή η γενιά αντέστρεψε τη σειρά των αξιών και τις μετέτρεψε σε αγαθά προς κατανάλωση, φωνάζοντας «ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Λησμόνησε ότι η παιδεία και η ελευθερία είναι συλλογικά κατορθώματα, πολιτικές αρετές, και ότι αν δεν είσαι πρώτα λεύτερος, δεν γίνεται να συλλογάσαι καλά. Το βάρος έπεσε στο ψωμί, και σαν χορτάσαν οι κοιλιές, η πείνα έγινε πλεονεξία, που για να εκπληρωθεί κατάπιε πρώτα την μέσα μας ανθρωπιά. Για το ψωμί, που 'γινε για μερικούς παντεσπάνι και για τους πολλούς καταναλωτική εμμονή, κατέφαγαν πρώτα το αίσθημα περί δικαίου, επιτρέποντας στους εαυτούς τους να αδικούν τον συνάνθρωπο προκειμένου να κερδίσουν περισσότερα. Αν και δεν «τα φάγανε μαζί», συναίνεσαν όλοι στο σκηνικό που χτίστηκε, ανέχτηκαν επί δεκαετίες την αδικία, την θεώρησαν ως ένα φυσιολογικό γεγονός, αναζήτησαν μεθόδους ατιμωρησίας, οδήγησαν τη χώρα, δηλαδή την κοινωνία, στο χείλος του γκρεμού και τώρα παριστάνουν τους ξαφνιασμένους, τους αγανακτισμένους, ακόμα και τους «σωτήρες», μεταθέτοντας ασφαλώς κάθε ευθύνη στις πλάτες όλων των άλλων.

Δεν τσουβαλιάζω τη γενιά των πατεράδων μας, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Η παραπάνω περιγραφή αντιπροσωπεύει την εικόνα του δάσους, τη γενική συνισταμένη της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που γαλουχήθηκε με την ιδέα ότι έχει αξία εκείνος που έχει χρήματα, εξουσία, αναγνωρισιμότητα ανάμεσα στους πολλούς. Η ποικιλία των εκπομπών life style, περιοδικών κλπ, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης, κυρίως λόγω έλλειψης παιδείας του κοινού τους. Και τούτο διότι κακό δεν είναι να βλέπουμε πώς περνούν τη ζωή τους οι πλούσιοι ή οι γκλαμουράτοι αλλά να θεωρούμε τα χρήματα ως το συστατικό της ευτυχίας και να πασχίζουμε να τους μοιάσουμε ενώ δεν διαθέτουμε τα μέσα. Χάσαμε το μέτρο, και μαζί με αυτό την ανθρωπιά, γιατί «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος». Ο συνάνθρωπος έγινε το μέσο για την επίτευξη του σκοπού, το αναγκαίο θύμα για τη μεγιστοποίηση του κέρδους.

Γι αυτό και στην πραγματικότητα δεν μάς ενοχλεί η αδικία. Επιδιώκουμε με ανορθόδοξες, άδικες μεθόδους, να κερδίσουμε κάθε φορά και κάτι διαφορετικο: μια θέση στο δημόσιο, μια μετάθεση στο τάδε πανεπιστήμιο ή στο δείνα στρατόπεδο, μεγαλύτερο κέρδος στις συναλλαγές. Γι αυτό και λαδώνουμε ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά (ή, έστω, ρίχνουμε την αξιοπρέπειά μας με γλοιώδη παρακαλετά), ή ζητάμε «φακελάκι» για την οποιαδήποτε εκδούλευση, ή δεν κόβουμε αποδείξεις ή υπερκοστολογούμε την εργασία μας, ή δεν αποδίδουμε φόρους, ή βγάζουμε τα χρήματά μας (το περίσσευμα δηλαδή, το αναγκαίο έχει σαφώς αναλωθεί και με το παραπάνω) στο εξωτερικό. Να κερδίσω εγώ σήμερα, τώρα, αυτό που θέλω και αύριο βλέπουμε, και ας πα να ψοφήσουν οι άλλοι. Άσχετα από το αν βρίσκεται κανείς στη θέση εκείνου που εκμεταλλεύεται τους άλλους ή εκείνου που συναινεί στην εκμετάλλευση του πρώτου, το κίνητρο είναι το ίδιο: το πρόσκαιρο κέρδος. Γι αυτό και η οργή στα φανάρια, στις ουρές, στις διαδηλώσεις, στο κάθε εμπόδιο που αναστέλλει πρόσκαιρα την ικανοποίηση της κάθε φορά επιθυμίας. Και τώρα που φτάσαμε στο σημείο που η μηχανή που στήσαμε απειλεί τα συμφέροντά μας ή και την επιβίωσή μας, διαμαρτυρόμαστε και ρίχνουμε το φταίξιμο (πόσο βολικό) στους άλλους! Μάθαμε, βλέπεις, να ζούμε με πιο πολλά και τώρα μάς κακοφαίνονται τα λίγα και νιώθουμε αδικημένοι.

Μήπως είναι καιρός να σταματήσουμε να τρώμε τις σάρκες των αδελφών μας; μήπως να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για τη ζωή και για την ευτυχία; Τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία, γιατί δε μπορούν να προσφέρουν αγάπη, συντροφικότητα, αλληλεγγύη, φιλανθρωπία. Τα πάντα να έχει ο άνθρωπος δε μπορεί να τα χαρεί μόνος. Ακόμα και για να τα ξοδέψει έχει ανάγκη εκείνον στον οποίο θα τα δώσει, για να τού προσφέρει την οποιαδήποτε πολυτέλεια ή ευκολία, μιας που κανένας Κροίσος δεν έμαθε ποτέ ακόμα και να βάφει τα παπούτσια του (ούτε βέβαια καταδέχεται να τα βάψει ο ίδιος). ΓΙ αυτό οι πλούσιοι ανέχονται (και χρηματοδοτούν) τα σμήνη «φίλων» και επιτήδειων που τούς προσεγγίζουν, για να ξορκίσουν τη μοναξιά και την ματαιότητα του πλούτου τους, για να νιώσουν, μέσα από τον θαυμασμό που εισπράττουν, ότι έχουν αξία, ότι είναι αποδεκτοί.

Ο άνθρωπος δεν ζει μονάχα με ψωμί, έχει ανάγκη την επι-κοινωνία, την αγάπη. Ο θησαυρός μας, ας το συνειδητοποιήσουμε, είναι τα μάτια του συνανθρώπου μας, ένα ζεστό χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα δάκρυ για τον πόνο του συνανθρώπου, ένα χέρι βοηθείας. Διέξοδο στο αδιέξοδο της κρίσης δε μπορεί να προσφέρει από μόνη της η μείωση των δαπανών (αναγκαστικά, εφόσον δεν περισσεύουν τα έσοδα), αν συνεχίσει να λιγοστεύει η αναμεταξύ μας αγάπη. Φιλάνθρωπος δεν είναι εκείνος που δίνει ελεημοσύνη αλλά αυτός που φιλεί, δηλαδή αγαπά, τους ανθρώπους. Αν αγαπά τους ανθρώπους, τους θέτει ως μέτρο κάθε πράγματος στη ζωή του, δεν αδικεί, δεν αρπάζει, μοιράζεται και ενίοτε, εφόσον είναι φιλάνθρωπος, δίνει και ελεημοσύνες. Η αδιαφορία σκοτώνει, όχι η φτώχεια. 
 
 
(Ευχαριστώ το μπλογκ soul & style για τη φιλοξενία - πρώτη δημοσίευση)

8.7.15

Δημοκρατία – δημαγωγία – τυραννία



Το δημοψήφισμα της περασμένης Κυριακής χαρακτηρίστηκε -ορθά- ως γιορτή της δημοκρατίας, μιας που οι πολίτες εκφραστήκαμε άμεσα, για πρώτη φορά μετά από 41 χρόνια, πάνω σε ένα θέμα που αφορά τη ζωή μας και την πορεία της χώρας στην οποία ζούμε. Μακάρι αυτό να συνέβαινε συχνά, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην Ελβετία και σε άλλες χώρες του κόσμου. Γιατί Δημοκρατία δεν είναι οι ελάχιστες φορές που καλούμαστε να εκλέξουμε τους αντιπροσώπους μας στη Βουλή αλλά τρόπος ζωής και έκφραση αυτού του τρόπου ζωής, δηλαδή της μέριμνας των πολιτών για το κοινό καλό του Δήμου, της Πόλεως, της Πατρίδας. Αυτό δηλαδή που πρώτος ο Αριστοτέλης ονόμασε «πολιτική αρετή».

Τις προηγούμενες δεκαετίες ταυτίσαμε, δυστυχώς, το κοινό καλό με το ατομικό μας συμφέρον, εκλέγοντας εκείνους που νομίζαμε ότι θα το υπηρετήσουν καλύτερα. Εκείνοι πάλι, με τις υποσχέσεις και με τις «φιλολαϊκές» πολιτικές που ακολούθησαν, εκφύλισαν τη δημοκρατία σε δημαγωγία, εξασφαλίζοντας τη δική τους επιτυχία και βυθίζοντας το κράτος στο τέλμα από το οποίο αγωνιζόμαστε τώρα να βγούμε. Δεν είναι τωρινό φαινόμενο, το κατήγγειλε ο Αριστοφάνης στις κωμωδίες του και ο Σουρής στα ποιήματά του, το διακωμώδησαν γνωστές ελληνικές ταινίες, το γνωρίζαμε, γκρινιάζαμε, κι όμως δεν κάναμε τίποτα για να βγούμε από τούτο το φαύλο κύκλο. «Βολευτές» τους ονομάζαμε, και ταυτόχρονα επιδιώκαμε το δικό μας βόλεμα, με κάθε τρόπο.

Και οι γνωστοί σε όλους μας δημαγωγοί κομμάτιασαν την κοινωνία σε κόμματα και, με τη δική μας ανοχή, έγιναν τύραννοι, μικροί δικτάτορες που παίρνουν το κεφάλι όποιου από τον πολιτικό τους στρατό τολμά να εκφράσει διαφορετική άποψη από εκείνη του αρχηγού. Μεθυσμένοι από την εξουσία, με περισσή αλαζονεία διαχειρίστηκαν τα κοινά λες και ήταν το χωράφι του παππού τους, αδιαφορώντας με τη σειρά τους για το κοινό καλό.

Το δημοψήφισμα δεν ήταν απλά η δεσμευτική έκφραση της βούλησης του λαού. Αποτελεί την αφετηρία ενός άλλου τρόπου σκέψεως των πολιτών αλλά και των πολιτικών. Ίσως πολλοί από τους πολίτες να ψήφισαν με κριτήρια ατομικού συμφέροντος. Το αποτέλεσμα όμως του δημοψηφίσματος και η αντιστροφή της ρητορείας πολλών πολιτικών, εντός και εκτός της χώρας, δίνει σε όλους μας την αφορμή να σκεφτούμε πως πέρα από το δέντρο υπάρχει ένα ολόκληρο δάσος, για το οποίο είναι ανάγκη να φροντίζουμε όλοι.

Η Δημοκρατία δεν είναι αρένα όπου επικρατεί ένας, αφού έχει εξοντώσει τους αντίπαλους με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, και επιβάλλει στη συνέχεια το θέλημά του. Ούτε όμως και η περιστασιακή ψήφος των πολιτών. Ούτε το δικό μου ή το δικό σου ατομικό συμφέρον. Η Δημοκρατία πραγματώνεται καθημερινά στην Αγορά από πολίτες ελεύθερους που προτάσσουν το κοινό συμφέρον όλων και εναρμονίζουν τη ζωή τους σύμφωνα με αυτό. Στη Δημοκρατία ακούγονται όλες οι γνώμες, οι οποίες εκφράζονται με λογικά επιχειρήματα, χωρίς την ψεύτικη ρητορεία των δημαγωγών, και με σεβασμό προς όλους αναζητείται -κατά το δυνατόν- η κοινή συνισταμένη η οποία οδηγεί σε ορθές πολιτικές αποφάσεις και σε σπουδαία έργα.

Το πολιτικό σκηνικό, μετά το πρόσφατο δημοψήφισμα, μοιάζει με χωνευτήρι στο οποίο λιώνουν τα σκουριασμένα μέταλλα του παλαιοκομματισμού. Ανάλογα με τη δύναμη της φωτιάς, θα προκύψουν και τα αντίστοιχα νέα μέταλλα. Και φωτιά είναι η δική μας γνώμη και στάση, στο βαθμό που θα αλλάξουμε οπτική για πολλά πράγματα που αφορούν τον κοινωνικό μας βίο και περίγυρο. Φωτιά είναι η προτεραιότητα του κοινού καλού, ο αλληλοσεβασμός, το ενδιαφέρον για τον άλλο, η αλληλεγγύη προς το συνάνθρωπο, η λεβεντιά, το φιλότιμο. Μπορούμε!

16.6.15

τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες...




Ποτέ του δεν κατάφερε να βγει σε μια λιακάδα
και ζει με, ό,τι, περίσσεψε από ένα σκάρτο ποίημα
τα πρωινά σηκώνεται με μια βαριά ζαλάδα
και λέει πως τον ξύπνησε ένα μεγάλο κύμα

Κρεμάει τις αφίσες του στα παράθυρά του
κρύβει το φως μα κρύβει κι όλα τ’ άλλα
γιατί το μόνο που λαχτάρησε ως λάφυρά του
είναι μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα

Βάζει σημάδια με στυλό πάνω στον τοίχο του
μετράει το ύψος του που πόντο πόντο χάνει
μα κάθε βράδυ όταν βγαίνει απ’ τον ύπνο του
στέκεται όρθιος και τρυπάει το ταβάνι

Είναι που ονειρεύεται πως φεύγει για ταξίδια
πως μπαίνει μέσα σε παλιές φωτογραφίες
ξέρει αν μπορούσε θα ‘κανε μία απ’ τα ίδια
αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες...

12.6.15

χαρά δεν έχει μόνος

 Το πλέον παράδοξο της ανθρώπινης φυλής είναι ότι ενώ είμαστε  κοινωνικά όντα (και σε πιο εξελιγμένο πολιτισμικά στάδιο «ζώα πολιτικά», κατά τον Αριστοτέλη), φτιαγμένοι για να χαιρόμαστε και να αγαπάμε, συνήθως οι επιλογές που κάνουμε μάς οδηγούν στην απομόνωση και στη δυστυχία. Έχουμε ταυτίσει την κοινωνία με τις «υποχρεώσεις» των άλλων προς εμάς, έχουμε ξεχάσει ότι κοινωνώ σημαίνει μοιράζομαι σκέψεις, πόθους, πόνους, συναισθήματα, όνειρα, αγαθά, χαρά. Αντικαταστήσαμε αυτή την (επι)κοινωνία με ένα απέραντο πάρε-δώσε, ένα αλισβερίσι που δεν θυμίζει καν ανατολίτικο παζάρι, όπου ο καθένας θέλει μόνο να πάρει, δίνοντας ελάχιστα ή τίποτα. Μοναδική αρετή του δίποδου αρπακτικού η εξαπάτηση, η πονηριά. Τα παραδείγματα πολλά: από την οργή όσων βρίσκονται πίσω από ένα τιμόνι για τους άλλους οδηγούς, την υπερτιμολόγηση αγαθών και υπηρεσιών, τον επαγγελματία που βρίζει τους πολιτικούς της διαφθοράς και σε φεσώνει δεκαπλάσια της πραγματικής του εργασίας και πάει λέγοντας.
Έγινε ο διπλανός εχθρός, που επιβουλεύεται την ευτυχία μας. Λες και η ευτυχία κρύβεται στην πληθώρα των αγαθών. Έτσι μάς μάθανε οι πατεράδες και οι παππούδες μας «που ζήσανε τον πόλεμο και την Κατοχή», μάς χάιδεψαν τα αφτιά οι πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών, μάς γάνωσαν τα μυαλά οι λάιφ-στάιλ περσόνες της τι-βί: ότι ο πλεονέκτης και ο άρπαγας έχει βρει το μυστικό της ευτυχίας, και όλοι οι άλλοι αποτελούν εμπόδιά της.
Κι αν σού δοθούν όλα όσα ποθείς, πάλι άλλα θες. Η γυναίκα σου ή η σχέση σου δε σού αρκεί, θες και το παραπάνω. Όσα λεφτά και να βγάζεις, θες περισσότερα. Όση κι αν έχεις δόξα δε σού αρκεί, και η εξουσία που έχεις, στο μικρόκοσμό σου ή στη δημόσια ζωή, διαστρέφεται μέσα σου και από ευθύνη  γίνεται τυραννία σατράπη. Απεχθάνεσαι τους Τούρκους, που σε δυνάστευαν 400 και πλέον χρόνια, και ταυτόχρονα επιθυμείς οι άλλοι να γονατίσουν μπροστά σου, ταπεινωμένοι και ανίσχυροι, σαν σε Οθωμανό σουλτάνο.
Βγάλε τους άλλους από την εικόνα και δες: πόσο σημαντικά είναι τα πλούτη, αν δε μπορείς να τα επιδείξεις για να υψώσεις το Εγώ σου; Πόσο ηλίθιος θα φανείς άμα χαμογελάς μόνος σου, δίχως παρέα; πόσο μπορείς να παίζεις μονάχος σου, σε ένα έρημο λούνα-παρκ; όλα δικά σου θά 'ναι, κι όλα άδεια... Και ξέρεις κάτι; αυτή η αχορτασιά σε έκανε να μισείς και τον ίδιο σου τον εαυτό, με σένα είσαι κατά βάθος οργισμένος και αυτή την οργή βγάζεις σε κάθε σου συναναστροφή. Φοβάσαι τους άλλους, επειδή φοβάσαι τον εαυτό σου. Και τον φοβάσαι, γιατί δεν σε ξέρεις, δεν θέλησες ποτέ να βγεις από το βόλεμά σου, ούτε μέσα σου.
Γύρνα τώρα στους άλλους, που περιφρονείς. Αυτοί σού παρέχουν όλα εκείνα που ζητάς να παίρνεις. Ακόμα και η πόρνη η επί πληρωμή για τους παρτάκηδες υπάρχει, κι εξαιτίας τους. Κοίταξε λοιπόν μέσα τους, αφουγκράσου τις αγωνίες τους, κατανόησε με συμπάθεια τις αδυναμίες τους, αναγνώρισε τα προτερήματά τους, βάλε τους στο παιχνίδι της ζωής σου, γιατί ούτως ή άλλως χωρίς αυτούς δε μπορείς μόνος ούτε να επιβιώσεις. Αντιμετώπισέ τους όπως ακριβώς θά 'θελες να σε αντιμετωπίζουν: με σεβασμό, τίμια, με αγάπη.
Και μη φοβάσαι, άμα στο μέτρημα βρεθείς λειψός. Τα πάντα διορθώνονται. Αρκεί να θες.





»Ποιας φυλής ανύπαρχτης ο γόνος να 'μουν
»τότε μόνο ενόησα
»που η σκέψη του Άλλου
»διαγώνια σαν ακμή γυαλιού
»και Ορθόν ως πέρα με χάραζε
»Είδα μέσα στα σπίτια καθαρά σαν να μην ήταν τοίχοι
»με το λύχνο στο χέρι να περνούν γερόντισσες
»τα χαράκια στο μέτωπο και στο ταβάνι
»και άλλοι νέοι με το μουστάκι που έζωναν άρματα στη μέση τους
»αμίλητοι
»δύο δάχτυλα πάνω στη λαβή
»εδώ κι αιώνες.
 »"Βλέπεις" είπε "είναι οι Άλλοι
»και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
»και δε γίνεται μ' Αυτούς χωρίς, Εσύ.
»Βλέπεις" είπε "είναι οι Άλλοι
»και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
»η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να 'ναι
»και να μείνει αυτή.
»Επειδή πολλοί φορούν το μελανό πουκάμισο
»και άλλοι μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων
»και είναι οι Ωμοφάγοι και οι Άξεστοι του Νερού
»οι Σιτόφοβοι και οι Πελιδνοί και οι Νεοκόνδορες
»ορμαθός και αριθμός των άκρων του σταυρού
»της Τετρακτίδος.
»Αν αλήθεια κρατήσεις και τους αντικρίσεις" είπε
 »"η ζωή σου θ' αποκτήσει αιχμή και θα οδηγήσεις" είπε
 »"Ο καθείς και τα όπλα του" είπε

Οδυσέας Ελύτης, Το ἀξιον εστί